Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2026

Του Ανδρέα Βορύλλα Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ

Η Ελλάδα δεν είναι μια φτωχή χώρα. Διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό, σημαντικό ορυκτό και ενεργειακό πλούτο, ισχυρή ναυτιλία, γεωργική παραγωγή, τουρισμό, επιχειρηματικότητα και μία εξαιρετικά σημαντική γεωπολιτική θέση. Κι όμως, μεγάλο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι εργάζεται περισσότερο και μπορεί να αγοράσει λιγότερα.

Οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία και αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πιέζονται από το κόστος χρηματοδότησης και ενέργειας, οι αγρότες βλέπουν το κόστος παραγωγής να αυξάνεται και ολόκληρες περιοχές της περιφέρειας γερνούν και ερημώνουν.

Αυτή είναι η αντίφαση που επιχειρεί να αντιμετωπίσει η «Ελλάδα της Αξιοπρέπειας», ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινοβουλευτικών θέσεων και προσωπικών πολιτικών προτάσεων που καταθέτω στον δημόσιο διάλογο.

Το βασικό μας πρόβλημα δεν είναι μόνο ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ. Είναι η ποιότητα και η προέλευση αυτής της ανάπτυξης. Δεν αρκεί να αυξάνεται η κατανάλωση, να ανεβαίνουν οι τιμές των ακινήτων ή να απορροφώνται ευρωπαϊκά κονδύλια, όταν ο εργαζόμενος δεν αισθάνεται πραγματική βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου.

Η ανάπτυξη πρέπει να κρίνεται από το αν ο νέος μπορεί να αποκτήσει σπίτι, αν η οικογένεια μπορεί να μεγαλώσει τα παιδιά της, αν ο μικρομεσαίος μπορεί να επενδύσει, αν ο αγρότης μπορεί να συνεχίσει να παράγει και αν δημιουργείται πραγματικός εθνικός πλούτος.

Πρώτη προτεραιότητα είναι η ακρίβεια.
Η ΝΙΚΗ έχει καταθέσει μία καθαρή πρόταση: μείωση του βασικού συντελεστή ΦΠΑ από 24% σε 20% και του ΦΠΑ στα τρόφιμα από 13% σε 8%, με ουσιαστικούς ελέγχους ώστε η μείωση να περάσει στις τελικές τιμές και να μην απορροφηθεί από τα περιθώρια κέρδους. Παράλληλα, έχουμε προτείνει τη μόνιμη αξιοποίηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά, αναγνωρίζοντας το πραγματικό πρόσθετο κόστος της νησιωτικότητας σε μεταφορές, καύσιμα, τρόφιμα και υπηρεσίες.

Δεύτερος μεγάλος πυλώνας είναι το στεγαστικό.
Δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για δημογραφική πολιτική όταν ένας νέος εργαζόμενος αδυνατεί να νοικιάσει αξιοπρεπές σπίτι. Η λύση δεν βρίσκεται μόνο στην επιδότηση της ζήτησης, αλλά κυρίως στην αύξηση της πραγματικής προσφοράς κατοικίας. Χρειάζονται ισχυρά φορολογικά κίνητρα για ιδιώτες που ανακαινίζουν κενές κατοικίες και τις διαθέτουν σε μακροχρόνια μίσθωση, νέα πολιτική κοινωνικής κατοικίας με αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και ειδική στεγαστική μέριμνα για γιατρούς, νοσηλευτές, εκπαιδευτικούς, στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας και των Ενόπλων Δυνάμεων σε νησιά και τουριστικές περιοχές.

Παράλληλα, έχουμε προτείνει ειδικό ετήσιο τέλος 3% επί της αντικειμενικής αξίας των κατοικιών τραπεζών και funds που παραμένουν κλειστές για περισσότερο από 24 μήνες. Σκοπός δεν είναι μόνο η είσπραξη εσόδων, αλλά να καταστεί οικονομικά ασύμφορη η μαζική διακράτηση κατοικιών εκτός αγοράς.

Η οικογένεια και το δημογραφικό πρέπει να περάσουν στην κορυφή της εθνικής πολιτικής. Η Ελλάδα γερνά, οι γεννήσεις μειώνονται και ο ενεργός πληθυσμός περιορίζεται. Προτείνουμε μία πολιτική διάρκειας τουλάχιστον δεκαοκτώ ετών για κάθε παιδί, με μόνιμη μηνιαία ενίσχυση 200 ευρώ ανά παιδί έως την ηλικία των 18 ετών, με εισοδηματικό όριο οικογενειακού εισοδήματος 60.000 ευρώ, σε συνδυασμό με φορολογικές ελαφρύνσεις, προσιτή κατοικία, βρεφονηπιακούς σταθμούς, στήριξη της μητρότητας, των τρίτεκνων και των πολύτεκνων οικογενειών.

Απαραίτητη είναι επίσης η ανασυγκρότηση του ΕΣΥ και του κοινωνικού κράτους. Χρειαζόμαστε πραγματική στελέχωση με γιατρούς και νοσηλευτές, ισχυρότερη Πρωτοβάθμια Φροντίδα, πρόληψη, κίνητρα για νησιά και ακριτικές περιοχές και μετρήσιμους στόχους για χρόνους αναμονής και ποιότητα υπηρεσιών.

Παράλληλα, χρειάζεται ριζική αναμόρφωση των ΚΕΠΑ, ώστε άνθρωποι με μόνιμες και μη αναστρέψιμες παθήσεις να μην υποβάλλονται συνεχώς σε επαναλαμβανόμενες διαδικασίες, αλλά και ένα ασφαλιστικό σύστημα που θα γίνεται βιώσιμο επειδή αυξάνεται η απασχόληση, οι μισθοί και ο ενεργός πληθυσμός, όχι επειδή φτωχαίνουν οι συνταξιούχοι.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν αλλαγή παραγωγικού μοντέλου. Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από την οικονομία της κατανάλωσης στην οικονομία της παραγωγής. Χρειαζόμαστε περισσότερη μεταποίηση, βιομηχανία, αγροτική παραγωγή, τεχνολογία, έρευνα, αμυντική βιομηχανία, ενέργεια, ναυπηγική δραστηριότητα και εξαγωγές.

Η χώρα δεν πρέπει να προσπαθεί να γίνει φθηνότερη μέσω χαμηλών αμοιβών. Πρέπει να γίνει παραγωγικότερη, ώστε να δημιουργηθεί ο πραγματικός οικονομικός χώρος για υψηλότερους μισθούς και καλύτερες θέσεις εργασίας.

Στον πρωτογενή τομέα, προτείνουμε σύγχρονα συνεργατικά παραγωγικά σχήματα, Εθνικό Χάρτη Βέλτιστων Καλλιεργειών, μεταποίηση κοντά στην παραγωγή, εξαγωγική στρατηγική και ουσιαστική στήριξη των νέων αγροτών.

Ταυτόχρονα, η λειψυδρία πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εθνικό παραγωγικό ζήτημα, με ταμιευτήρες, σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, περιορισμό διαρροών, επαναχρησιμοποίηση νερού και αφαλατώσεις στα άνυδρα νησιά, όπου είναι δυνατόν σε συνδυασμό με Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Η ενέργεια και ο ορυκτός πλούτος μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό μοχλό εθνικού πλούτου. Στηρίζουμε τις ΑΠΕ, την αποθήκευση και την ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων, αλλά ταυτόχρονα την έρευνα και αξιοποίηση οικονομικά και τεχνικά εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων με αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανόνες και σαφές δημόσιο όφελος. Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και Ελλάδας–Αιγύπτου μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τον γεωοικονομικό ρόλο της χώρας.

Αντίστοιχα, οι μεγάλες αμυντικές δαπάνες πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερη ελληνική παραγωγική διάσταση, μέσω συμπαραγωγών, μεταφοράς τεχνογνωσίας, συμμετοχής ελληνικών επιχειρήσεων, ανάπτυξης μη επανδρωμένων συστημάτων, ηλεκτρονικών, πυρομαχικών και ναυπηγικής δραστηριότητας.

Στην εξωτερική πολιτική, η θέση μας είναι καθαρή: διάλογος με βάση το διεθνές δίκαιο, αλλά χωρίς υποχώρηση από κυριαρχικά δικαιώματα. Χρειάζεται εθνική στρατηγική για την άσκηση του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια, συνεκτικό σχέδιο ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, στενός στρατηγικός συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία και σταθερή απόρριψη του casus belli και των θεωριών περί «γκρίζων ζωνών».

Παράλληλα, η χώρα χρειάζεται ασφάλεια στις γειτονιές και προστατευμένα σύνορα. Στηρίζουμε το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, ζητούμε ορατή αστυνόμευση στις γειτονιές και αποφασιστική αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος.

Η Ελλάδα οφείλει επίσης να προστατεύει τα χερσαία και θαλάσσια σύνορά της, να εξετάζει αξιόπιστα τα αιτήματα ασύλου, να εφαρμόζει τις νόμιμες αποφάσεις επιστροφής και να ελέγχει αυστηρά και διαφανώς τις ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο μεταναστευτικό.

Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης σύγχρονες μεταφορές, με εκσυγχρονισμό της αεροναυτιλίας, ασφαλή σιδηρόδρομο με πραγματικά λειτουργική σηματοδότηση και τηλεδιοίκηση, αναβάθμιση του επαρχιακού οδικού δικτύου, σύγχρονα λιμάνια και αξιόπιστη ακτοπλοΐα. Οι μεταφορές δεν είναι απλώς υποδομές· είναι ασφάλεια, παραγωγικότητα και εθνική συνοχή.

Αλλά κάθε πρόγραμμα κρίνεται τελικά από ένα δύσκολο ερώτημα: πού θα βρεθούν τα χρήματα;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «με νέους φόρους στους ίδιους πολίτες» ούτε «με νέο δανεισμό». Αναζητούμε πρόσθετα έσοδα εκεί όπου υπάρχει πραγματική οικονομική ισχύς και νέα υπεραξία:

φορολόγηση της υπεραξίας από κρυπτοστοιχεία, ειδικό τέλος στα επί μακρόν κενά ακίνητα τραπεζών και funds, δικαιότερη φορολόγηση ειδικών μορφών εισοδήματος, αυξημένη φορολόγηση τυχερών παιγνίων και αυστηρότερη αντιμετώπιση μη δικαιολογούμενων εμβασμάτων.

Προτείνουμε επίσης στοχευμένη έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των τραπεζών, κατά το παράδειγμα της Ιταλίας, σε περιόδους εξαιρετικά αυξημένης κερδοφορίας και υψηλών περιθωρίων επιτοκίων. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει στηριχθεί επανειλημμένα από την κοινωνία και είναι εύλογο, όταν διαμορφώνονται έκτακτες συνθήκες κερδοφορίας, μέρος αυτής της ωφέλειας να επιστρέφει στην κοινωνία.

Η σημαντικότερη όμως πηγή χρηματοδότησης είναι η δημιουργία νέου πλούτου. Η αξιοποίηση ενεργειακών κοιτασμάτων, του ορυκτού πλούτου, των ΑΠΕ, των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, της βιομηχανίας, της ναυπηγικής, της αγροδιατροφής, της αμυντικής παραγωγής και της τεχνολογίας δημιουργεί επενδύσεις και θέσεις εργασίας, αυξάνει μισθούς, κέρδη και ασφαλιστικές εισφορές και διευρύνει μόνιμα τη φορολογική βάση. Αυτό πρέπει να συνδυαστεί με καλύτερη αξιολόγηση κρατικών δαπανών, περιορισμό της σπατάλης και αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Αυτό είναι το βασικό πολιτικό μήνυμα της «Ελλάδας της Αξιοπρέπειας»: δεν μπορούμε να μοιράσουμε πλούτο που δεν παράγουμε. Χρειάζεται μια χώρα που παράγει περισσότερο, αξιοποιεί με σοβαρότητα τον εθνικό της πλούτο, στηρίζει την εργασία και την οικογένεια, προστατεύει τον αδύναμο, κρατά ζωντανή την περιφέρεια και υπερασπίζεται τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Παραγωγή σημαίνει επενδύσεις. Οι επενδύσεις σημαίνουν καλύτερες δουλειές. Οι καλύτερες δουλειές σημαίνουν υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα. Τα υψηλότερα εισοδήματα κάνουν ξανά δυνατή την κατοικία και την οικογένεια.

Και μια κοινωνία με περισσότερες οικογένειες, ζωντανή περιφέρεια και ισχυρότερη παραγωγική βάση μπορεί να στηρίξει καλύτερα το ΕΣΥ, το ασφαλιστικό, την άμυνα και την επόμενη γενιά.

Δεν χρειαζόμαστε άλλη μία διαχείριση της παρακμής. Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης, ώστε ο Έλληνας να μπορεί να ζει καλύτερα, η οικογένεια να αποκτήσει ξανά προοπτική και η πατρίδα μας να έχει μέλλον.