Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2026

Η διπλή επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ προκαλεί ισχυρούς κραδασμούς στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα στον Ντόναλντ Τραμπ. Η εκλογική αναμέτρηση μετατράπηκε, σε μεγάλο βαθμό με δική του επιλογή, σε δημοψήφισμα για την προεδρία του. Και, όπως επισημαίνει ανάλυση των New York Times, οι ψηφοφόροι απάντησαν με τρόπο που ο ίδιος δεν περίμενε.

Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε επανειλημμένα ζητήσει από τους πολίτες να φανταστούν ότι το όνομά του βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο. Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, το έκανε 47 φορές κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών. Οι ψηφοφόροι πράγματι έλαβαν υπόψη τους την παρουσία του στην προεκλογική εκστρατεία, μόνο που η αντίδρασή τους δεν ήταν εκείνη που επιδίωκε.

Το Δημοκρατικό κύμα στις εκλογές για το Κογκρέσο αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για έναν πρόεδρο με ιδιαίτερα χαμηλή δημοτικότητα, ο οποίος κυριαρχεί στην εθνική πολιτική σκηνή για περισσότερο από μία δεκαετία. Ο Τραμπ επέλεξε να συνδέσει την εκλογική αναμέτρηση με το προσωπικό του πολιτικό κεφάλαιο και τελικά βρέθηκε αντιμέτωπος με τις συνέπειες αυτής της στρατηγικής.

Το μήνυμα των ψηφοφόρων και η υποχώρηση της επιρροής του Τραμπ

Η εκλογική αντίδραση δεν περιορίστηκε σε περιοχές όπου οι Δημοκρατικοί είχαν παραδοσιακά ισχυρή παρουσία. Επεκτάθηκε ακόμη και σε πολιτείες που θεωρούνται προπύργια των Ρεπουμπλικανών, αναδεικνύοντας, σύμφωνα με τους New York Times, τη φθορά της επιρροής του Τραμπ πάνω στον εκλογικό συνασπισμό που τον οδήγησε δύο φορές στον Λευκό Οίκο.

Οι αιτίες της δυσαρέσκειας φαίνεται να είναι πολλές. Οι υψηλές τιμές της βενζίνης, ο πόλεμος με το Ιράν που μοιάζει δύσκολο να τερματιστεί, αλλά και οι καταγγελίες για πλουτισμό του προέδρου και προσώπων του στενού περιβάλλοντός του διαμόρφωσαν ένα κλίμα απογοήτευσης.

Πολίτες που είχαν στηρίξει έναν πολιτικό εκτός του παραδοσιακού κατεστημένου, προσδοκώντας αλλαγή, είτε επέλεξαν να ψηφίσουν εναντίον του κόμματός του είτε δεν προσήλθαν στις κάλπες.

Ενδεικτικό της έκτασης της ήττας ήταν το προβάδισμα των Δημοκρατικών στην πανεθνική ψηφοφορία για τις έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των New York Times τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, η διαφορά αναμενόταν να φτάσει περίπου τις 13 ποσοστιαίες μονάδες. Εφόσον επιβεβαιωνόταν, θα επρόκειτο για τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων σε εκλογές για το Κογκρέσο τουλάχιστον από το 1976.

Το μέγεθος της επικράτησης ξεπερνά ακόμη και τις μεγάλες νίκες των Ρεπουμπλικανών το 1994, επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, και το 2010, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα. Για τους New York Times, το αποτέλεσμα αποτελεί ένδειξη ότι, παρά τα δύο χρόνια που απομένουν στην προεδρική θητεία του Τραμπ και τις σημαντικές εξουσίες που εξακολουθεί να διαθέτει, οι Αμερικανοί ενδέχεται να σηματοδοτούν την αρχή του τέλους της πολιτικής του εποχής.

«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο»: Η προσπάθεια του Τραμπ να περιορίσει τη ζημιά

Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να αποσυνδέσει γρήγορα την προσωπική του εικόνα από την εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών. Το επιχείρημά του ήταν ότι το όνομά του δεν βρισκόταν στο ψηφοδέλτιο και, επομένως, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί πως οι ψηφοφόροι απέρριψαν τον ίδιο.

«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο και, επειδή δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο, δεν καταφέραμε να κινητοποιήσουμε αρκετούς ανθρώπους για να ψηφίσουν», δήλωσε στους New York Times το βράδυ της Τρίτης.

Η εξήγηση αυτή, ωστόσο, δύσκολα πείθει ακόμη και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Όπως επισημαίνει η αμερικανική εφημερίδα, ο ίδιος ο πρόεδρος είχε μετατρέψει την προεκλογική εκστρατεία σε προσωπική υπόθεση, ζητώντας επανειλημμένα από τους ψηφοφόρους να αντιμετωπίσουν την αναμέτρηση σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος.

Οι προσωπικές επιλογές που γύρισαν μπούμερανγκ

Η ανάλυση των New York Times αποδίδει σημαντικό μέρος της εκλογικής ήττας στις προσωπικές παρεμβάσεις του Τραμπ. Ο πρόεδρος ήταν εκείνος που αποφάσισε να ξεκινήσει τον πόλεμο με το Ιράν, προκαλώντας αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές και αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων. Ήταν επίσης εκείνος που καθόρισε τους υποψηφίους, τη στρατηγική και τα μηνύματα της προεκλογικής εκστρατείας.

Παράλληλα, απαίτησε απόλυτη πίστη από τα στελέχη του κόμματός του, με αρκετούς υποψηφίους να ανησυχούν για τις πολιτικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια δημόσια αποστασιοποίηση από τον ίδιο. Την ίδια στιγμή, οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις για τη δεοντολογία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και τον προσωπικό πλουτισμό του κατά τη διάρκεια της προεδρίας του ενίσχυσαν, σύμφωνα με την ανάλυση, τις ανησυχίες για διαφθορά.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα των συνεπειών αυτής της στρατηγικής ήταν οι ήττες δύο υποψηφίων για τη Γερουσία, τους οποίους είχε επιλέξει προσωπικά ο Τραμπ αντί άλλων προσώπων που θεωρούνταν ότι είχαν περισσότερες πιθανότητες εκλογής σε πολιτείες με ισχυρή ρεπουμπλικανική παράδοση: του Κεν Πάξτον στο Τέξας και της Ντάρλιν Γκράχαμ στη Νότια Καρολίνα.

Οι αντιδράσεις των ψηφοφόρων, όπως καταγράφονται από δημοσκόπους και δημοσιογράφους, αποτυπώνουν μια ευρύτερη απογοήτευση. Πολλοί αισθάνθηκαν ότι ο Τραμπ δεν τήρησε τις υποσχέσεις του. Περίμεναν χαμηλότερες τιμές και αποφυγή νέων πολέμων, ενώ, παρότι επιθυμούσαν αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων, αντέδρασαν στις επιχειρήσεις συλλήψεων που θεωρούσαν υπερβολικά σκληρές απέναντι σε ανθρώπους οι οποίοι ζούσαν επί χρόνια στις ΗΠΑ.

Αρνητικά λειτούργησαν και οι δασμοί, καθώς αύξησαν το κόστος για τους καταναλωτές, ενισχύοντας την οικονομική δυσαρέσκεια.

Η τελευταία προεκλογική ομιλία που αποτύπωσε την απόσταση από την κοινωνία

Ιδιαίτερη αναφορά κάνουν οι New York Times και στην τελευταία ημέρα της προεκλογικής εκστρατείας του προέδρου, θεωρώντας ότι ανέδειξε την απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές του προτεραιότητες και στις ανησυχίες των πολιτών.

Την ώρα που οι ψηφοφόροι προβληματίζονταν για το κόστος ζωής, τις τιμές και την οικονομική τους καθημερινότητα, ο Τραμπ επέλεξε να επικεντρωθεί, στην τελευταία προεκλογική του ομιλία, σε φύκια και σωληνώσεις.

Η αναφορά συνδέθηκε με τα προσωπικά του κατασκευαστικά έργα στην Ουάσιγκτον, τα οποία, σύμφωνα με την ανάλυση, προκαλούσαν ήδη ενόχληση σε μερίδα των πολιτών. Οι New York Times παρομοιάζουν την επιλογή αυτή με το ενδεχόμενο ο Ρίτσαρντ Νίξον να είχε επιλέξει να εκφωνήσει την τελευταία προεκλογική του ομιλία μπροστά από το συγκρότημα Γουότεργκεϊτ.

Ο τραμπισμός δεν έχει τελειώσει – Το στοίχημα μέχρι το 2028

Παρά το εκλογικό πλήγμα, ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει την προεδρική εξουσία για δύο ακόμη χρόνια και αναμένεται να προσπαθήσει να διατηρήσει την πολιτική του κυριαρχία. Σύμμαχοί του προειδοποιούν, άλλωστε, ότι η ήττα δεν πρέπει να εκληφθεί ως οριστικό τέλος της επιρροής του.

Ο Ντέιβιντ ΜακΙντος, πρόεδρος της συντηρητικής οργάνωσης Club for Growth, υπενθύμισε ότι οι επικριτές του Τραμπ έχουν προβλέψει και στο παρελθόν το πολιτικό του τέλος, χωρίς να δικαιωθούν. Κατά την άποψή του, οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να επιστρέψουν στις παραδοσιακές αρχές τους, ώστε να διεκδικήσουν ξανά τη νίκη στις εκλογές του 2028.

Η ιστορία προσφέρει, άλλωστε, παραδείγματα που δείχνουν ότι μια μεγάλη εκλογική ήττα δεν συνεπάγεται απαραίτητα μακροχρόνια πολιτική υποχώρηση. Μετά το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ το 1974, πολλοί εκτιμούσαν ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα έμεναν για μεγάλο διάστημα πολιτικά απομονωμένοι. Ωστόσο, μόλις έξι χρόνια αργότερα, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν επέστρεψε το κόμμα στον Λευκό Οίκο.

Ανάλογη ήταν η εικόνα μετά τις μεγάλες νίκες των Ρεπουμπλικανών το 1994 και το 2010, όταν πολλοί θεώρησαν ότι οι προεδρίες του Κλίντον και του Ομπάμα είχαν μπει σε τροχιά οριστικής αποδυνάμωσης. Και οι δύο, όμως, κατάφεραν να επανεκλεγούν με άνεση δύο χρόνια αργότερα.

Η καθηγήτρια Αμερικανικής Πολιτικής και Δημόσιας Πολιτικής στο UCLA, Λιν Βάβρεκ, εκτιμά ότι καθοριστικό ρόλο στη φετινή εκλογική αναμέτρηση έπαιξαν οι εξαιρετικά υψηλές τιμές της βενζίνης. Για τον λόγο αυτό, θεωρεί ότι δεν είναι ακόμη ασφαλές να συμπεράνει κανείς πως οι πολιτικές αντιλήψεις της αμερικανικής κοινωνίας έχουν αλλάξει ριζικά.

Όπως σημείωσε, το αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο συνασπισμός MAGA καταρρέει. Δείχνει, όμως, ότι ο Τραμπ έχει χάσει μέρος της λάμψης του και ότι η γοητεία που ασκούσε σε σημαντική μερίδα των πολιτών έχει περιοριστεί.

Η ίδια εκτιμά, επίσης, ότι η εκλογική ήττα δεν συνεπάγεται αυτομάτως πως οι Ρεπουμπλικανοί θα εγκαταλείψουν τις πολιτικές που συνδέονται με την ταυτότητα του κινήματος Τραμπ, όπως οι θέσεις για τη μετανάστευση και τη διαφορετικότητα.

Σε κάθε περίπτωση, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει μεταμορφωθεί βαθιά υπό την ηγεσία του προέδρου. Ο Τραμπ το διαμόρφωσε γύρω από τη δική του πολιτική φυσιογνωμία, ενισχύοντας όσους ευθυγραμμίζονται με τις επιθυμίες του και απομακρύνοντας στελέχη που επιλέγουν να κινηθούν ανεξάρτητα.

Οι Δημοκρατικοί μπροστά στη δική τους κρίσιμη απόφαση

Η εκλογική νίκη ανοίγει, την ίδια ώρα, μια νέα συζήτηση στο εσωτερικό των Δημοκρατικών. Το κόμμα καλείται να αποφασίσει πώς θα αξιοποιήσει την επιτυχία του και αν θα περιοριστεί στην αντιπολίτευση απέναντι στον Τραμπ ή θα επιχειρήσει να διαμορφώσει μια ευρύτερη πολιτική πρόταση για την επόμενη ημέρα.

Η βασική ταυτότητα της φετινής εκστρατείας ήταν σε μεγάλο βαθμό η αντίθεση στον Αμερικανό πρόεδρο – μια στρατηγική που αποδείχθηκε αρκετή για να φέρει τη νίκη. Ωστόσο, στο εσωτερικό του κόμματος αναμένεται να διαμορφωθούν διαφορετικές ερμηνείες για το τι οδήγησε στο αποτέλεσμα.

Η προοδευτική πτέρυγα θα υποστηρίξει ότι η δυναμική των πιο αριστερών υποψηφίων έδωσε ώθηση στην εκλογική επιτυχία. Από την άλλη πλευρά, οι μετριοπαθείς αναμένεται να τονίσουν ότι καθοριστική ήταν η προσέγγιση δυσαρεστημένων Ρεπουμπλικανών, ακόμη και σε πολιτείες όπως το Τέξας και το Κάνσας.

Ο Ραμ Εμάνουελ, πρώην δήμαρχος του Σικάγου και πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ, ο οποίος εξετάζει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την προεδρία, υποστήριξε ότι το σημαντικότερο στοιχείο είναι η απομάκρυνση των Ρεπουμπλικανών που δεν ανήκουν στο κίνημα MAGA από το κόμμα τους.

Το μεγάλο ερώτημα, όπως επισημαίνει, είναι αν οι Δημοκρατικοί θα αφήσουν τη νίκη να έχει προσωρινό χαρακτήρα ή αν θα καταφέρουν να τη μετατρέψουν σε αφετηρία βαθύτερων πολιτικών αλλαγών. Η απάντηση, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κριθεί από τις επιλογές που θα κάνουν μέσα στο 2027.