Eνας αρκετά συνηθισμένος και ιδιαίτερα σημαντικός ιός εξακολουθεί να απασχολεί τους επιστήμπονες και τους περισσότερους από εμάς. Πρόκειται για τον κυτταρομεγαλοιό, (CMV), ο οποίος μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τις εγκύους και τους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
Όλες οι νεότερες εξελίξεις στην έρευνα γύρω από τη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση του κυτταρομεγαλοιού, αποτέλεσαν το αντικείμενο του 19ου International CMV Workshop & ECCI 2026, οι εργασίες του οποίου ολοκληρώθηκαν χθες Τετάρτη 4 Νοεμβρίου.
Στο Συνέδριο συμμετέχουν περισσότεροι από 300 κορυφαίοι επιστήμονες (βασικοί ερευνητές, παιδίατροι, λοιμωξιολόγοι κλπ) από 30 χώρες, μεταξύ των οποίων και διακεκριμένοι Έλληνες ιατροί. Το Συνέδριο, το οποίο πραγματοποιείται κάθε δύο χρόνια, έγινε για πρώτη φορά στη χώρα μας υπό την Προεδρία του Καθηγητή Ιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κλινικής Ιολογίας (ESCV) κ. Γεωργίου Σουρβίνου και της Καθηγήτριας Παιδιατρικής ΕΚΠΑ, Διευθύντριας της Γ΄ Παιδιατρικής Κλινικής στο «Αττικόν» νοσοκομείο, κ. Βάνας Παπαευαγγέλου.
Όπως ανέφερε η. κ. Παπαευαγγέλου, η συγγενής λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό (cCMV) αποτελεί την πιο συχνή λοίμωξη που μεταδίδεται από την έγκυο μητέρα στο έμβρυο μέσω του πλακούντα και αφορά περίπου 7/1000 τοκετούς. Αν και ο ιός είναι εξαιρετικά κοινός και ακίνδυνος για τους περισσότερους υγιείς ενήλικες, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές στο έμβρυο εάν μια γυναίκα μολυνθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της.
Η cCMV συνδέεται με σημαντικές μακροχρόνιες επιπτώσεις στο παιδί, κυρίως νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, νευρολογικές και νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Υπολογίζεται ότι στη cCMV οφείλεται το 25% των παιδιών με νευροαισθητήρια βαρηκοΐα και το 10% των παιδιών με εγκεφαλική παράλυση.
Αν και σε συχνότητα, αποτελεί το δεύτερο αίτιο που προκαλεί σοβαρή αναπηρία στα παιδιά μετά το σύνδρομο Down’s, είπε η κ. Παπαευαγγέλου, ο γενικός πληθυσμός δεν είναι ενημερωμένος. Ο ιός είναι πολύ συχνός και συνηθέστερα μεταδίδεται στην έγκυο από την επαφή της με μικρά παιδιά (σάλιο και ούρα).
Προς την κατεύθυνση αυτή, συστήνονται: Συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό, ειδικά μετά την αλλαγή πάνας ή το σκούπισμα της μύτης ενός παιδιού. -Αποφυγή κοινής χρήσης σκευών, ποτηριών, φαγητού ή πιπίλας με μικρά παιδιά. Όχι φιλιά στο στόμα ή κοντά στα μάγουλα των μικρών παιδιών (προτιμήστε ένα φιλί στο μέτωπο ή μια αγκαλιά).
Από την πλευρά του, ο κ. Σουρβίνος τόνισε ότι ο κυτταρομεγαλοϊός (Cytomegalovirus, CMV) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ευκαιριακούς παθογόνους παράγοντες σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή, ιδιαίτερα στους λήπτες συμπαγών οργάνων και αιμοποιητικών κυττάρων.
Η λοίμωξη από CMV συνδέεται με σημαντική νοσηρότητα, αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απώλεια του μοσχεύματος ή αυξημένη θνητότητα, είπε ο καθηγητής. Σύμφωνα με τον κ. Σουρβίνο, τα κυριότερα προβλήματα που προκαλεί ο CMV αφορούν:
1. Άμεση βλάβη οργάνων: Ο CMV μπορεί να προκαλέσει πνευμονίτιδα, γαστρεντερίτιδα ή κολίτιδα, ηπατίτιδα, αμφιβληστροειδίτιδα και σπανιότερα, προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Οι εκδηλώσεις εξαρτώνται από το είδος της ανοσοκαταστολής και το όργανο που προσβάλλεται.
2. Συστηματική νόσο και αιματολογικές διαταραχές: Μπορεί να εμφανιστούν πυρετός, έντονη κόπωση, λευκοπενία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία. Η σοβαρή νόσος μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη νοσηλεία και, σε ευάλωτους ασθενείς, σε απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές.
3. Ανοσολογική δυσλειτουργία και άλλες λοιμώξεις: Η λοίμωξη από CMV μπορεί να διαταράξει περαιτέρω την ανοσολογική ισορροπία, αυξάνοντας τον κίνδυνο δευτερογενών λοιμώξεων, ιδίως όταν συνυπάρχει έντονη ανοσοκαταστολή.
4. Επιβάρυνση της λειτουργίας και της επιβίωσης του μοσχεύματος: Η CMV λοίμωξη έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο δυσλειτουργίας του μοσχεύματος και δυσμενέστερη έκβαση. Οι συσχετίσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι κάθε επεισόδιο CMV προκαλεί απόρριψη ή απώλεια του μοσχεύματος.
