Κάτι περισσότερο από δύο ημέρες απομένουν πλέον μέχρι ο Ντόναλντ Τραμπ να βάλει το χέρι του στη Βίβλο και να ορκιστεί για δεύτερη φορά 47ος Πρόεδρος των ΗΠΑ.
Η τελετή θα ξεκινήσει με πρωινή προσευχή στην Επισκοπική Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, παρουσία του εκλεγμένου Προέδρου και της οικογένειάς του. Στη συνέχεια, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τζο Μπάιντεν θα συναντηθούν στον Λευκό Οίκο, από όπου θα μεταβούν μαζί στο Καπιτώλιο για την τελετή ορκωμοσίας. Ο Τραμπ θα δώσει τον προεδρικό όρκο τοποθετώντας τα χέρια του στη Βίβλο της παιδικής του ηλικίας και στη Βίβλο του Αβραάμ Λίνκολν.
Η τελετή θα περιλαμβάνει την εναρκτήρια ομιλία του Τραμπ, όπου θα παρουσιάσει το όραμά του για μια Αμερική ισχυρότερη από ποτέ. Στη συνέχεια, θα παρακαθίσει στο παραδοσιακό γεύμα της Γερουσίας, ενώ η ημέρα θα κορυφωθεί με μια εντυπωσιακή παρέλαση στην Pennsylvania Avenue και βραδινές δεξιώσεις.
Συγκριτικά με την πρώτη ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ το 2017 οι τοπικές Αρχές αναφέρουν πως οι επισκέπτες θα είναι λιγότεροι από το 1 εκατομμύριο της πρώτης φοράς. Παρά ταύτα ήδη οι δρόμοι γύρω από το Καπιτώλιο και τον Λευκό Οίκο έχουν ήδη κλείσει και ελέγχονται τουλάχιστον τέσσερις φορές ημερησίως από ειδικά κλιμάκια της αντιτρομοκρατικής με σκύλους.
Συνολικά 48 χιλιόμετρα από κάγκελα θα αποκλείσουν από κάθε πρόσβαση στο συγκεκριμένο σημείο της Ουάσινγκτον ενώ περισσότεροι από 25.000 είναι οι αστυνομικοί που έχουν ήδη λάβει ειδοποίηση και έχουν μεταβεί στην Πρωτεύουσα προκειμένου να αναπτυχθούν σε κομβικά σημεία.
Οι εντολές που έχουν λάβει τα σώματα ασφαλείας, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και κλιμάκια της εθνοφρουράς, είναι πως κανένας δεν εξαιρείται από το πρωτόκολλο ελέγχων που θα είναι πέρα από ενδελεχείς και χρονοβόροι. Για τη διάρκεια και τη διαδικασία έχουν ενημερωθεί αναλυτικά και οι προσκεκλημένοι όλων των βαθμίδων – ακόμη και ηγέτες χωρών – και τους έχει ζητηθεί να προσέλθουν με συγκεκριμένη σειρά και συγκεκριμένη ώρα αρκετά πριν από την έναρξη της τελετής. Ο αρχικός προγραμματισμός που έχουν στα χέρια τους οι αρχές της Αμερικανικής Πρωτεύουσας περιλαμβάνει περισσότερα από 250.000 άτομα αριθμός που δεδομένα δημιουργεί έναν επιπλέον επιχειρησιακό «πονοκέφαλο».
