Πέθανε στα 77 του χρόνια, μετά από χρόνια προβλήματα με την υγεία του, ο θρύλος της metal μουσικής και για πολλά χρόνια frontman των Black Sabbath, Όζι Όζμπορν.
Μόλις λίγες ημέρες μετά τη θρυλική αποχαιρετιστήρια συναυλία για τους θαυμαστές του και της μπάντας, ο Άγγλος ροκ σταρ έφυγε από τη ζωή.
Σε ανακοίνωσή της, η οικογένειά του ανέφερε ότι πέθανε «περιτριγυρισμένος από αγάπη».
Από το εργατικό Μπέρμιγχαμ στην ίδρυση των Black Sabbath
Ο John Michael “Ozzy” Osbourne γεννήθηκε στο βιομηχανικό Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας, στις 3 Δεκεμβρίου 1948. Μεγάλωσε σε μια εργατική οικογένεια με πέντε αδέλφια σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα δύο δωματίων, βιώνοντας φτώχεια αλλά και σχολικό εκφοβισμό. Από μικρή ηλικία αντιμετώπιζε δυσλεξία, γεγονός που τον έκανε να δυσκολεύεται στο σχολείο.
Παράτησε το σχολείο στα 15 του χρόνια και έκανε διάφορες δουλειές του μεροκάματου (ακόμη και σε σφαγείο), όμως σύντομα παρασύρθηκε σε μικροκλοπές και διαρρήξεις προκειμένου να βγάζει χρήματα για τις καταχρήσεις του. Στα 17 του βρέθηκε στη φυλακή, εκτίοντας ποινή μερικών μηνών για κλοπές – μια εμπειρία που τον ταρακούνησε και τον έκανε να αποφασίσει να αλλάξει πορεία ζωής. Έχοντας μεγαλώσει με λατρεία για τους Beatles και το rock’n’roll, βγήκε από τη φυλακή αποφασισμένος να γίνει τραγουδιστής.
Το 1968, ο νεαρός Ozzy ένωσε τις δυνάμεις του με τρεις συνομηλίκους του από τη γειτονιά του Aston στο Μπέρμιγχαμ – τον κιθαρίστα Tony Iommi, τον μπασίστα Terence “Geezer” Butler και τον ντράμερ Bill Ward – και δημιούργησαν μαζί ένα blues-rock συγκρότημα. Αρχικά ονόμασαν την μπάντα Polka Tulk και κατόπιν Earth, παίζοντας μικρά τοπικά live.
Λίγο αργότερα, συνειδητοποιώντας ότι ένα άλλο σχήμα ονομαζόταν επίσης Earth, εμπνεύστηκαν ένα νέο όνομα από την αγαπημένη τους ταινία τρόμου: Black Sabbath. Με τον Ozzy στα φωνητικά, τον Iommi στην κιθάρα, οι Black Sabbath άρχισαν να πειραματίζονται με έναν σκοτεινό, “βαρύ” ήχο που έθεσε τα θεμέλια αυτού που θα ονομαστεί heavy metal.
Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ «Black Sabbath» κυκλοφόρησε Παρασκευή και 13 (Φεβρουάριος 1970) και σημείωσε ανέλπιστη επιτυχία, μπαίνοντας στο Top-10 της Βρετανίας παρά τις απορριπτικές κριτικές. Το επόμενο άλμπουμ, «Paranoid» (1970), εκτίναξε τη φήμη του συγκροτήματος διεθνώς, περιλαμβάνοντας εμβληματικά κομμάτια όπως τα “War Pigs”, “Iron Man” και “Paranoid”, που θα γίνονταν ύμνοι της heavy metal γενιάς.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 οι Black Sabbath κυκλοφόρησαν οκτώ άλμπουμ, μεταξύ των οποίων τα κλασικά Master of Reality (1971), Vol.4 (1972) και Sabbath Bloody Sabbath (1973), καθιερώνοντας τον σκληρό ήχο στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα. Οι σκοτεινές θεματολογίες και η απόκοσμη σκηνική παρουσία του Ozzy – με τον χαρακτηριστικό του βρυχηθμό – έδωσαν στην μπάντα μια διαβόητη φήμη, που τροφοδοτούσε τόσο την λατρεία των φαν όσο και τις επιθέσεις συντηρητικών κύκλων.
Μέχρι τα τέλη των ’70s, οι Black Sabbath είχαν πουλήσει δεκάδες εκατομμύρια δίσκους σε όλο τον κόσμο, καθιστώντας τον Ozzy και την παρέα του πρωτοπόρους ενός ολόκληρου μουσικού κινήματος.
Πτώση, σόλο καριέρα και «Prince of Darkness»
Πίσω από την αυλαία της επιτυχίας, ωστόσο, ο Ozzy πάλευε με τους προσωπικούς του δαίμονες. Η εκτεταμένη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ άρχισε να διαλύει την εύθραυστη ισορροπία στο συγκρότημα. Μετά από δέκα χρόνια συνεχούς ανόδου, οι εντάσεις κορυφώθηκαν και τον Απρίλιο του 1979 οι Black Sabbath αποφάσισαν να απομακρύνουν τον Osbourne από τις τάξεις τους.
Ο ίδιος βυθίστηκε σε μια περίοδο κατάθλιψης και αυτοκαταστροφής, κλεισμένος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με ουσίες, θεωρώντας ότι η καριέρα του είχε τελειώσει. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή εμφανίστηκε στη ζωή του η Sharon Arden – κόρη του μάνατζερ των Sabbath, Don Arden – η οποία τον πήρε υπό την προστασία της. Η Sharon (που θα γινόταν σύζυγός του το 1982) τον βοήθησε να σταθεί ξανά στα πόδια του και μαζί έστησαν την αντεπίθεσή του ως σόλο καλλιτέχνη.
Το 1980 ο Ozzy Osbourne επανεμφανίστηκε δυναμικά με το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, το «Blizzard of Ozz». Το άλμπουμ σημείωσε θριαμβευτική επιτυχία (Top-10 στη Βρετανία, πολυπλατινένιο σε πωλήσεις) και χάρισε στον Ozzy κλασικά τραγούδια όπως το “Crazy Train”, που έγινε το signature τραγούδι του. Στη νέα του μπάντα ξεχώρισε ο ταλαντούχος νεαρός κιθαρίστας Randy Rhoads, του οποίου τα ευρηματικά riff και σόλο έδωσαν νέα ώθηση στον ήχο του Ozzy.
Ακολούθησε το άλμπουμ «Diary of a Madman» (1981), εδραιώνοντας τη σόλο καριέρα του με επιτυχίες όπως το “Flying High Again”. Όμως, το Μάρτιο του 1982 μια τραγωδία συγκλόνισε τον Ozzy: ο Rhoads σκοτώθηκε σε δυστύχημα, όταν το μικρό αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε συνετρίβη κατά τη διάρκεια της περιοδείας. Ο χαμός του αγαπημένου του κιθαρίστα βύθισε τον Ozzy στη θλίψη, αλλά εκείνος αποφάσισε να συνεχίσει – και αφιέρωσε τις επόμενες εμφανίσεις στη μνήμη του Randy.
Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, ο Ozzy Osbourne απέδειξε ότι η λάμψη του δεν θα σβήσει. Παρά τα σκαμπανεβάσματα και κάποιες απόπειρες “αποχώρησης” από τη σκηνή (χαρακτηριστικά, το 1992 βάφτισε την περιοδεία του “No More Tours” υπονοώντας ότι θα ήταν η τελευταία), η μουσική τον τραβούσε πάντα πίσω. Τη δεκαετία του ’90 γνώρισε μια νέα κορύφωση: το live άλμπουμ «Live & Loud» (1993) του απέφερε το πρώτο του βραβείο Grammy, ενώ με τον δίσκο «Ozzmosis» (1995) επέστρεψε στα charts και περιόδευσε ασταμάτητα.
Το 1996 μάλιστα, οραματίστηκε το Ozzfest, ένα περιοδεύον φεστιβάλ heavy metal μουσικής που έδωσε βήμα σε νεότερες μπάντες και καθιέρωσε τον ίδιο ως ιθύνων νου της metal κοινότητας. Μέχρι το τέλος των ’90s ο Ozzy συνέχιζε να δίνει μάχη με τις χρόνιες καταχρήσεις του, όμως η καριέρα του γνώρισε νέα άνθηση το 2001, με την κυκλοφορία του άλμπουμ «Down to Earth» που τον επανέφερε στα υψηλά στρώματα των charts.
Πέρα από τη μουσική, ένα μεγάλο μέρος του μύθου του Ozzy οικοδομήθηκε γύρω από τις εκκεντρικές και ακραίες του συμπεριφορές – γεγονότα που του χάρισαν το παρατσούκλι “Prince of Darkness”.
Στις συναυλίες του τη δεκαετία του ’80 δεν δίσταζε να σοκάρει το κοινό: άλλοτε πετούσε ωμά κομμάτια κρέας στους θεατές, άλλοτε (στο διαβόητο περιστατικό που έμελλε να περάσει στην ιστορία) δάγκωσε το κεφάλι μιας ζωντανής νυχτερίδας επί σκηνής. Θρύλοι σαν κι αυτούς – μαζί με φήμες, όπως ότι κάποτε δάγκωσε το κεφάλι κι ενός περιστεριού σε συνάντηση με στελέχη δισκογραφικής – ενίσχυσαν την εικόνα του ως του απόλυτου ανυπότακτου ρόκερ, που ζει και αναπνέει την υπερβολή. Αν και τέτοιες ακρότητες προκάλεσαν την οργή γονέων και θρησκευτικών οργανώσεων, μόνο πρόσθεσαν στη φήμη του Ozzy μεταξύ των οπαδών της metal.
Παράλληλα, η προσωπική του ζωή βγήκε συχνά εκτός ελέγχου: οι εξαρτήσεις τον έφεραν στα όρια της υγείας του και τον ανάγκασαν σε επαναλαμβανόμενες εισαγωγές σε κέντρα αποτοξίνωσης. Ωστόσο, ο Ozzy αποδείχτηκε επιζών. Κάθε φορά έβρισκε τρόπο να επιστρέψει στη σκηνή – πιο δυνατός, πιο σοφός, αλλά πάντα ο ίδιος αυθεντικός Ozzy.
Οικογένεια, τηλεοπτική δόξα και μια ανθρώπινη πλευρά
Στα τέλη των ’90s, ενώ ο Ozzy παρέμενε μια μυθική φιγούρα στον χώρο του metal, ήρθε κάτι αναπάντεχο να τον κάνει διάσημο σε ένα εντελώς νέο κοινό. Την άνοιξη του 2002, το μουσικό κανάλι MTV λάνσαρε το ριάλιτι σόου “The Osbournes”, το οποίο κατέγραφε την καθημερινή ζωή του Ozzy, της συζύγου του Sharon και των παιδιών τους, Kelly και Jack, στην έπαυλή τους στο Λος Άντζελες.
Το τηλεοπτικό κοινό λάτρεψε τη σειρά από το πρώτο κιόλας επεισόδιο: ήταν συναρπαστικό – και συχνά ξεκαρδιστικό – να βλέπει κανείς τον άλλοτε αιμοβόρο «άρχοντα του σκότους» σε ρόλο οικογενειάρχη, να τσακώνεται με τα έφηβα παιδιά του για τις ακατάστατες κρεβατοκάμαρες ή να προσπαθεί αδέξια να χειριστεί το τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης.
Οι κάμερες αποκάλυψαν μια απρόσμενα τρυφερή, αυτοσαρκαστική και ευάλωτη πλευρά του Ozzy. Η προφορά του – ένα μίγμα βρετανικής διαλέκτου του Μπέρμιγχαμ και mumbling από τα χρόνια των ουσιών – έγινε αφορμή για αστεία, όμως ο κόσμος τον αγκάλιασε σαν μια γνήσια τηλεοπτική περσόνα. Το The Osbournes έγινε φαινόμενο ποπ κουλτούρας, σπάζοντας ρεκόρ τηλεθέασης (ήταν από τις πιο επιτυχημένες εκπομπές στην ιστορία του MTV) και κέρδισε βραβείο Emmy το 2002.
Ο Ozzy, που κάποτε τρομοκρατούσε τους καθωσπρέπει, τώρα ήταν ένας αξιαγάπητος πατέρας που μουρμουρίζει “Sharon!” στους διαδρόμους του σπιτιού του, προσπαθώντας να βάλει τάξη στο χάος της ιδιαίτερης οικογένειάς του. Μέσα από αυτή την παράδοξη δεύτερη καριέρα στη μικρή οθόνη, οι Osbourne έγιναν household names σε ολόκληρη την υφήλιο και ο Ozzy κέρδισε μια νέα γενιά θαυμαστών.
Προβλήματα υγείας, τελευταίο αντίο και «No More Tours»
Η πορεία του Ozzy Osbourne στις πρόσφατες δεκαετίες ήταν σημαδεμένη από θριάμβους στη σκηνή αλλά και από σοβαρές δοκιμασίες στην υγεία του. Το 2003 ο Ozzy επέζησε από ένα φοβερό ατύχημα με τετράτροχο όχημα (ATV) που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή – υπέστη κατάγματα σε σπόνδυλους, έπεσε σε κώμα για μερικές ημέρες, όμως τελικά ανάρρωσε.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, συνέχισε να ηχογραφεί (το 2020 κυκλοφόρησε το «Ordinary Man» με συμμετοχές-έκπληξη από τον Elton John και τον κιθαρίστα των Guns N’ Roses, Slash) και να δίνει συναυλίες, αραιότερα όμως καθώς τα χρόνια βάραιναν. Τον Ιανουάριο του 2020 έκανε μια συγκλονιστική αποκάλυψη: σε συνέντευξή του στην εκπομπή Good Morning America, μίλησε δημόσια για πρώτη φορά για τη μάχη του με τη νόσο Πάρκινσον, με την οποία είχε διαγνωστεί κρυφά από το 2019.
«Δεν είμαι καλός στο να κρατώ μυστικά. Δεν μπορούσα να το κρύβω άλλο», είπε τότε ο Ozzy, εξηγώντας ότι ήθελε να είναι ειλικρινής με τους θαυμαστές του. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι η πτώση που είχε υποστεί το 2019 επιδείνωσε δραματικά την κατάστασή του – είχε τραυματίσει τη σπονδυλική του στήλη, χρειάστηκε διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις και για μεγάλο διάστημα δυσκολευόταν να κινείται.
Παρά τις αντιξοότητες, ο αδάμαστος Ozzy δεν εγκατέλειψε ποτέ τη μουσική σκηνή. Το 2022, όταν η πατρίδα του τού ζήτησε να εμφανιστεί στην τελετή λήξης των Κοινοπολιτειακών Αγώνων στο Μπέρμιγχαμ, εκείνος έκανε την έκπληξη: ανέβηκε στη σκηνή – παρά τα κινητικά προβλήματα – και τραγούδησε μαζί με τον Tony Iommi το κλασικό “Paranoid”, ξεσηκώνοντας δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες του στο στάδιο και αποδεικνύοντας πως τίποτα δεν μπορεί να τον κρατήσει μακριά από το live.
Η εμφάνιση αυτή πυροδότησε συζητήσεις για το αν ο Ozzy θα κατάφερνε να δώσει μια τελευταία μεγάλη συναυλία. Και πράγματι, στις αρχές του 2025 ανακοινώθηκε αυτό που οι οπαδοί του περίμεναν: μια αποχαιρετιστήρια συναυλία στην πατρίδα του, με τη συμμετοχή των Black Sabbath.
Την ανακοίνωση έκανε η σύζυγός του Sharon, τονίζοντας ότι ο Ozzy ήταν αποφασισμένος να προσφέρει στους θαυμαστές του το «τέλειο αντίο» πριν αποσυρθεί. Ο ίδιος ο Ozzy έδωσε στον επερχόμενο αυτόν μεγάλο τελικό το συμβολικό όνομα “Back to the Beginning” – «επιστροφή στην αρχή» – θέλοντας να τιμήσει το μέρος όπου γεννήθηκε και ξεκίνησε όλα.
Στις 5 Ιουλίου 2025, το ιστορικό ποδοσφαιρικό γήπεδο Villa Park του Birmingham γέμισε με 40.000 ενθουσιώδεις θεατές (ενώ εκατομμύρια άλλοι συντονίστηκαν online) για να παρακολουθήσουν τον Ozzy Osbourne να ανεβαίνει στη σκηνή για μια τελευταία φορά, εκεί απ’ όπου όλα είχαν ξεκινήσει. Ήταν η πρώτη συναυλία από το 2017 όπου η αυθεντική σύνθεση των Black Sabbath επανενώθηκε πλήρως: δίπλα στον Ozzy (φωνή) στάθηκαν ξανά ο Tony Iommi στην κιθάρα, ο Geezer Butler στο μπάσο και ο Bill Ward στα τύμπανα.
