Σα. Ιούν. 13, 2026

Ο Αλέξης Τσίπρας επιμένει ότι η στοχοθεσία του ήταν αυτή μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Όμως, ταυτόχρονα εξηγεί γιατί στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κάποια δύναμη εκτός ΕΕ που θα στήριζε πραγματικά την Ελλάδα.

Η Ρωσία ενδιαφερόταν για ενεργειακές συμφωνίες και φωνές μέσα στην ΕΕ που θα ήταν πιο υποστηρικτικές αλλά δεν είχε σκοπό να στηρίξει μια ελληνική ρήξη, την ώρα που δεν ήθελε να διακυβεύσει τις οικονομικές σχέσεις που εκείνη τη στιγμή διατηρούσε σε σημαντικό βαθμό με τη Γερμανία, με τον Τσίπρα να παρουσιάζει τον ωμό ρεαλισμό με τον οποίο ο Πούτιν ξεκαθάρισε ότι δεν είχε σκοπό να στηρίξει μια Ελλάδα εκτός ευρώ και ΕΕ.

Πρωτίστως, ο Τσίπρας παρουσιάζει ως σημαντικό επίτευγμα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Εξηγεί γιατί μπόρεσε να ξεμπλοκάρει μετά την εκλογή Ζάεφ, πώς ζητήματα όπως αυτά της γλώσσας και της ιθαγένειας σε μεγάλο βαθμό είχαν ήδη κριθεί και με αυτή την έννοια ήταν όντως η κατοχύρωση του «Βόρεια Μακεδονία» σε μια εποχή που πλήθος χωρών είχαν ήδη αποδεχθεί το σκέτο «Μακεδονία».

Ταυτόχρονα, είναι επικριτικός όχι απέναντι στο τμήμα της κοινωνίας που ήταν επιφυλακτικό απέναντι στη συμφωνία αλλά απέναντι σε πολιτικούς χώρους όπως η ΝΔ που εργαλειοποίησαν την εθνικιστική ρητορική για προεκλογικούς σκοπούς.

Οι συγκεντρώσεις

Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως, όταν έγιναν οι δύο μεγάλες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις αρχές του 2019, κάποιοι από τους γύρω μου δείλιασαν. Μερικοί συνεργάτες μου με συμβούλεψαν να παρατήσω το ζήτημα. Να μην επιχειρήσω να το λύσω. Και στην ανάγκη να καταφύγω σε εκλογές πριν από την επίλυσή του, για να δώσω την καυτή πατάτα στον επόμενο, σε περίπτωση που έχανα.

Ένας βουλευτής μας, μάλιστα, με πλησίασε στη διάρκεια κάποιας περιοδείας, με απομόνωσε και μου είπε: «Δηλαδή, θα πέσει η Κυβέρνηση για ένα κωλοόνομα

Ήταν σαφής η αναφορά του στη γνωστή φράση του αείμνηστου Βαγγέλη Γιαννόπουλου: «Ε, όχι και να πέσει η Κυβέρνηση για ένα κωλόσπιτο!» Γέλασα αυθόρμητα. Γρήγορα, όμως, σοβάρεψα. Του εξήγησα ήρεμα πως αυτό το ζήτημα δεν ήταν ούτε αστείο ούτε εύκολο. Δεν προσφερόταν για εκλογικό κυνισμό ή μικροκομματικό συμψηφισμό. Απαιτούσε αίσθημα ευθύνης, γιατί αφορούσε την ειρήνη, τη σταθερότητα, τη γεωπολιτική ισορροπία, στην ευρύτερη περιοχή.

Ο διάλογος με την Μέρκελ

– «Άνγκελα, ευκαιρία θα είναι και για το Μακεδονικό, αν αλλάξει η Κυβέρνηση και εκλεγεί ο Ζάεφ». – «Καλά, ασ’ το αυτό». – «Μα γιατί; Θέλω να το λύσω το Μακεδονικό», της είπα Ξαφνιάστηκε και χαμογέλασε αμήχανα. – «Έλα, ας μην το συζητήσουμε τώρα αυτό». – «Γιατί να μην το συζητήσουμε;» τη ρώτησα αποφασιστικά. – «Θέλω να λύσω το Μακεδονικό γιατί το πιστεύω πως πρέπει να λυθεί», επέμεινα.

Η επιμονή μου οδήγησε σε έναν μικρό κύκλο συζήτησης. Εκεί της ξεκαθάρισα εν συντομία πως το θέμα της επίλυσης του Μακεδονικού αποτελούσε για μένα προτεραιότητα, γιατί θα αναβάθμιζε τον ρόλο της χώρας μου στην περιοχή και την αξιοπιστία της σε διεθνές επίπεδο. «Εγώ έχω μια άλλη αντίληψη για τη διεθνή θέση της χώρας μου», της τόνισα, «θέλω η Ελλάδα να είναι πυλώνας σταθερότητας, να είναι μέλος του ευρώ και θέλω αυτή τη μακροχρόνια διαφορά με τους γείτονες να λυθεί στη βάση του Διεθνούς Δικαίου».

Και πίστευα ακράδαντα πως σε εκείνη τη χρονική συγκυρία παρουσιαζόταν ένα παράθυρο ευκαιρίας για την επίλυση του θέματος, γιατί όλα έδειχναν πως πράγματι στη (σημερινή) Βόρεια Μακεδονία θα εκλεγόταν ένας Σοσιαλδημοκράτης, ο Ζόραν Ζάεφ, και αυτό θα βοηθούσε σε μια κοινή προσπάθεια υπέρβασης των αναμφίβολα υψηλών εμποδίων.

Αυτή συνέχιζε όμως όσο της μιλούσα να με κοντά με επιφυλακτικότητα και δεν έδειχνε να συμμερίζεται την αισιοδοξία μου. – «Εντάξει, έχουμε κουραστεί πολύ με αυτό το θέμα, έχουν πει κι άλλοι ότι θα τα λύσουν αλλά δεν γίνεται. Ασ’ το καλύτερα. Δεν είναι προτεραιότητα αυτό τώρα». – «Εντάξει», συνέχισα ελαφρώς απογοητευμένος από τη στάση της, «ας πάμε στα άλλα θέματα». «Πάντως να είσαι βέβαιη», της είπα με σιγουριά, ότι εγώ, αν μου δοθεί ευκαιρία, θα το λύσω, αλλά δεν είναι δικό σου θέμα, δικό μου είναι».

Το διπλό στοίχημα

Είχα βάλει ένα διπλό στοίχημα την αρχή της θητείας μου: στο τέλος της τετραετίας η Ελλάδα να έχει βγει από τα Μνημόνια και να έχει γίνει ηγέτιδα δύναμη στη νοτιοανατολική Ευρώπη, πρωταγωνίστρια για την ειρήνη, τη σταθερότητα και τη συνεργασία των λαών της περιοχής. Το πρώτο το είχαμε πετύχει. Για να πετύχουμε το δεύτερο, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση η υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από το ελληνικό Κοινοβούλιο.

Μόνο που, μετά τη διαφοροποίηση του Καμμένου, η κυβερνητική πλειοψηφία είχε διαρραγεί. Είχα λοιπόν μπροστά μου ένα διπλό πρόβλημα: και η Συμφωνία να υπερψηφιστεί και η Κυβέρνηση να μείνει στη θέση της. Δεν ήταν απλό. Όλοι οι άνεμοι φυσούσαν εναντίον μας. Αποφάσισα πως είχε έρθει η ώρα της ρήξης με τον Καμμένο.

Στις 13 Ιανουαρίου 2019, παραιτήθηκε από Υπουργός Άμυνας. Αποδέχθηκα την παραίτησή του, τον ευχαρίστησα για τη συνεργασία που είχαμε τα τέσσερα προηγούμενα χρόνια, αλλά του εξήγησα ότι η βασική μου επιδίωξη, μετά το πέρας των Μνημονίων, ήταν πλέον η αποκατάσταση του ρόλου της χώρας μας στο διεθνές στερέωμα.

Οι συνέπειες

Εν τέλει, η Συμφωνία των Πρεσπών και το τέλος της συγκυβέρνησης με τον Πάνο Καμμένο ως συνέπειά της, επέτρεψε τη διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ με δυνάμεις της αριστερής Σοσιαλδημοκρατίας και της Ανανεωτικής Αριστεράς και ενδυνάμωσε τη θέση του ως κύριου φορέα της σύγχρονης Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα.

Η ψηφοφορία

Λίγα λεπτά πριν από την ψηφοφορία, στεκόμουν στο γραφείο μου στη Βουλή και κοιτούσα το ρολόι. Ήξερα ότι δεν υπήρχε περιθώριο λάθους. Είχα 145 Βουλευτές. Έπρεπε να γίνουν 151. Ούτε ένας λιγότερος. Τελικά, η Κυβέρνησή μου έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από 151 Βουλευτές.

Εκτός από τους 145 του ΣΥΡΙΖΑ, υπέρ της Κυβέρνησης ψήφισαν τέσσερις Βουλευτές που προέρχονταν από τους ΑΝ.ΕΛ. (Κώστας Ζουράρις, Βασίλης Κόκκαλης, Έλενα Κουντουρά, Θανάσης Παπαχριστόπουλος), η ανεξάρτητη βουλεύτρια Κατερίνα Παπακώστα και ο Σπύρος Δανέλλης που προερχόταν από το Ποτάμι.