Τε. Ιούν. 17, 2026

Κάθε νέα γυναικοκτονία συνοδεύεται από τις ίδιες αποκαλύψεις: υπήρχαν απειλές, υπήρχαν καταγγελίες, υπήρχε φόβος, υπήρχαν άνθρωποι που γνώριζαν. Στην περίπτωση της 45χρονης αστυνομικού από τη Δράμα, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η ίδια είχε ενημερώσει για τις απειλές που δεχόταν, είχε ζητήσει μετάθεση και αναζητούσε ψυχολογική υποστήριξη για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση που είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν στάθηκε αρκετό για να αποτραπεί η τραγωδία.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια. Το ερώτημα είναι γιατί οι θεσμοί εξακολουθούν να αδυνατούν να τα μετατρέψουν σε ουσιαστική προστασία. Η υπόθεση φέρνει αναπόφευκτα στη μνήμη τη γυναικοκτονία έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων, όπου μια γυναίκα είχε ζητήσει βοήθεια λίγα λεπτά πριν δολοφονηθεί. Διαφορετικές υποθέσεις, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή: γυναίκες που είχαν εκφράσει τον φόβο τους πριν να είναι αργά.

Αν επιβεβαιωθούν όσα περιγράφει ο ψυχολόγος της 45χρονης αστυνομικού, τότε προκύπτει ένα εξαιρετικά σοβαρό ερώτημα για τη λειτουργία των θεσμών. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, η γυναίκα είχε ήδη ενημερώσει την υπηρεσία της για τις απειλές που δεχόταν, είχε ζητήσει μετάθεση και αναζητούσε κάθε δυνατή διέξοδο για να προστατεύσει τον εαυτό της. Δεν μιλάμε, δηλαδή, για μια υπόθεση όπου κανείς δεν γνώριζε. Μιλάμε για μια γυναίκα που -εφόσον οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιωθούν- είχε απευθυνθεί στην ίδια την Αστυνομία, ζητώντας ουσιαστικά βοήθεια.

Κι όμως, το τραγικό αποτέλεσμα γεννά το ερώτημα αν έγιναν όλα όσα έπρεπε για την προστασία της. Αν υπήρξε αξιολόγηση του κινδύνου, αν εξετάστηκαν περιοριστικά μέτρα, αν υπήρξε ουσιαστική παρέμβαση ή αν οι καταγγελίες αντιμετωπίστηκαν ως ακόμη μία «δύσκολη οικογενειακή υπόθεση»…