Σα. Ιούν. 27, 2026

Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση των ονομαστικών μισθών, οι Έλληνες εργαζόμενοι εξακολουθούν να βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να συρρικνώνεται, καθώς η ακρίβεια απορροφά σχεδόν κάθε μισθολογική ενίσχυση. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας έκθεσης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, σύμφωνα με την οποία η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα προ κρίσης επίπεδα.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι μέσες ετήσιες ονομαστικές αποδοχές ανήλθαν το 2025 στις 18.134 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,9% σε σχέση με το 2024 και σχεδόν 20% σε σύγκριση με το 2019. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται περίπου 12% κάτω από τα επίπεδα του 2009 και παραμένουν χαμηλότερες ακόμη και από εκείνες του 2012.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δυσμενής όταν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός. Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός διαμορφώθηκε στις 14.998 ευρώ, παρουσιάζοντας οριακή αύξηση μόλις 1,3% σε σχέση με πέρυσι, ενώ εξακολουθεί να υπολείπεται κατά 31% έναντι του 2009. Σύμφωνα με την έκθεση, οι αυξήσεις των τελευταίων ετών δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν το αυξημένο κόστος ζωής, με αποτέλεσμα οι πραγματικές αποδοχές να παραμένουν ουσιαστικά στάσιμες.

Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζει και το ωρομίσθιο. Παρότι το μέσο ονομαστικό ωρομίσθιο έφτασε τα 9,6 ευρώ, η πραγματική του αξία αντιστοιχεί μόλις στο 73,5% εκείνης του 2009, ενώ η βελτίωση από το 2019 περιορίζεται σε περίπου 2%.

Σημαντικές απώλειες καταγράφονται σε βασικούς τομείς της οικονομίας. Στην εκπαίδευση, το πραγματικό ωρομίσθιο έχει υποχωρήσει από 17,2 ευρώ το 2009 στα 10,8 ευρώ, ενώ στον κλάδο της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας διαμορφώνεται πλέον στα 8 ευρώ, έναντι 12,5 ευρώ πριν από δεκαπέντε χρόνια. Μειώσεις διαπιστώνονται επίσης στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες έντασης γνώσης.

Ιδιαίτερα πιεστική παραμένει η κατάσταση για τους νεότερους εργαζόμενους, κυρίως στους κλάδους του εμπορίου, της εστίασης, των καταλυμάτων και των μεταφορών, όπου το πραγματικό ωρομίσθιο διαμορφώνεται στα 6,4 ευρώ. Η έκθεση επισημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη των συγκεκριμένων εργαζομένων παραμένει χαμηλή ακόμη και σε σύγκριση με αρκετές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ εκτιμά ότι τα έκτακτα επιδόματα δεν επαρκούν για να αναστρέψουν τη διαρκή απώλεια εισοδήματος και προτείνει μόνιμες παρεμβάσεις, όπως η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η αλλαγή του τρόπου καθορισμού του κατώτατου μισθού, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της μισθωτής εργασίας και η υιοθέτηση ενός παραγωγικού μοντέλου που θα μετατρέπει την οικονομική ανάπτυξη σε ουσιαστική αύξηση των πραγματικών αποδοχών.