Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2026

Η είσοδος του γαλλικού ομίλου Meridiam ενισχύει την ευρωπαϊκή διάσταση του έργου, όμως οι γεωπολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές προκλήσεις εξακολουθούν να καθορίζουν την πορεία ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά εγχειρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πέρα από την επιχειρηματική και επενδυτική του διάσταση, το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου (Great Sea Interconnector) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γεωενεργειακές και γεωστρατηγικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.Η ηλεκτρική σύνδεση της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ευρωπαϊκό δίκτυο δεν περιορίζεται στην άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Μεγαλονήσου.

Μπορεί αρκετές φορές η Αθήνα να έχει επισημάνει ότι το καλώδιο GSI θα ευνοήσει περισσότερο την Κύπρο, είναι όμως εμφανές ότι η Ελλάδα είναι επισπεύδουσα και προφανώς για πολιτικούς λόγους. Ο κ. Μητσοτάκης έχει καταστήσει σαφές δεν θέλει να αφήσει το project να ναυαγήσει υπό το βάρος των τουρκικών αντιδράσεων και κάνει ό,τι μπορεί, προκειμένου να πάρει ξανά ζωή.

Κόντρα μάλιστα στην κυπριακή απραξία, καθώς ο υπουργός Ενέργειας της γείτονος Μιχάλης Δαμιανός δεν είναι και…μεγάλος fan του έργου, αν και υπάρχει συνεννόηση στο ανώτατο επίπεδο (Μητσοτάκη-Χριστοδουλίδη) ότι είναι καταλυτικής σημασίας το καλώδιο να προχωρήσει, εφόσον βεβαίως έχει και οικονομικό νόημα. Από τη στιγμή που η γαλλική Meridiam βρίσκει οικονομικό νόημα, οι Κυπριακές γεωπολιτικές επιφυλάξεις προφανώς περιττεύουν.

Σε μια περίοδο κατά την οποία ο έλεγχος των ενεργειακών δικτύων, των υποθαλάσσιων υποδομών και των θαλάσσιων επικοινωνιών αποκτά ολοένα μεγαλύτερη γεωπολιτική και στρατιωτική σημασία, η υλοποίηση του έργου υπερβαίνει τα στενά όρια μιας επένδυσης. Εντάσσεται στον ευρύτερο ανταγωνισμό ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου διασταυρώνονται τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Τουρκίας, περιφερειακών δυνάμεων και διεθνών ενεργειακών κολοσσών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, υπεγράφη στο Μέγαρο Μαξίμου η συμφωνία για την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου της εταιρείας Great Sea Interconnector (GSI), ενώ παράλληλα υπεγράφη τριμερής συμφωνία μεταξύ του ΑΔΜΗΕ, της GSI και της Nexans για την έναρξη των θαλάσσιων ερευνών βυθού, οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση για την πόντιση του υποθαλάσσιου καλωδίου.

Η συμμετοχή ενός ισχυρού γαλλικού επενδυτικού σχήματος δεν προσδίδει μόνο χρηματοδοτική και τεχνική αξιοπιστία στο έργο. Ενισχύει και το πολιτικό του αποτύπωμα, καθώς σηματοδοτεί την ενεργότερη εμπλοκή της Γαλλίας σε μια κρίσιμη ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή, προσδίδοντας στο εγχείρημα πρόσθετη διπλωματική και στρατηγική βαρύτητα.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το έργο «στρατηγικής σημασίας» για τη σταθερότητα του περιφερειακού ηλεκτρικού συστήματος, επισημαίνοντας ότι θα συμβάλει στην άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, στη διασύνδεσή της με το ευρωπαϊκό δίκτυο και στην ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας της Ευρώπης.

Ωστόσο, η επιτυχία του Great Sea Interconnector δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τη χρηματοδότηση ή την τεχνική του αρτιότητα. Το μεγαλύτερο στοίχημα παραμένει η γεωπολιτική και επιχειρησιακή του ασφάλεια. Οι βυθομετρικές έρευνες και η μελλοντική πόντιση του καλωδίου διέρχονται από θαλάσσιες περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει μονομερείς και διεθνώς αβάσιμες διεκδικήσεις, επικαλούμενη το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Η εμπειρία από τις προηγούμενες επιχειρήσεις στην περιοχή Κάσου–Κρήτης κατέδειξε ότι η Άγκυρα είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει ακόμη και δυνάμεις του Πολεμικού Ναυτικού, για να αμφισβητήσει επί του πεδίου έργα που θεωρεί ότι θίγουν Στρατηγικά – γεωενεργειακά της συμφέρονται και τις επιδιώξεις της αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας, στην Ανατολική Μεσόγειο.

Παράλληλα, στη Λευκωσία εξακολουθούν να διατυπώνονται επιφυλάξεις τόσο για τις εγγυήσεις ασφαλούς υλοποίησης του έργου όσο και για τη μακροπρόθεσμη οικονομική του βιωσιμότητα. Κυβερνητικοί κύκλοι της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθούν να θεωρούν κρίσιμο ζήτημα την έκδοση NAVTEX από την Ελλάδα για την πραγματοποίηση των βυθομετρικών ερευνών, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο Αθήνα και Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαχειριστούν ενδεχόμενη τουρκική αντίδραση.

Το Great Sea Interconnector, συνεπώς, δεν αποτελεί απλώς ένα ενεργειακό έργο. Είναι μια δοκιμασία ευρωπαϊκής στρατηγικής αξιοπιστίας, πολιτικής βούλησης και αποτρεπτικής ισχύος. Η επιτυχής ολοκλήρωσή του θα αποτελέσει ισχυρή απόδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προστατεύσει τις κρίσιμες ενεργειακές της υποδομές και να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών της σε μια από τις πλέον ασταθείς και γεωπολιτικά ευαίσθητες περιοχές του πλανήτη.