Μια πληροφορία που παρουσιάστηκε στους Ευρωπαίους συμμάχους του Κιέβου στις 24 Αυγούστου ήταν αρκετή για να αλλάξει το κλίμα της συζήτησης. Κατά τη διάρκεια των επαφών που πραγματοποιήθηκαν στο Κίεβο για την 35η επέτειο της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ενημέρωσε περισσότερους από 30 Ευρωπαίους και συμμαχικούς αξιωματούχους ότι ο αμυντικός προϋπολογισμός της χώρας εμφανίζει χρηματοδοτικό κενό 27 δισ. δολαρίων έως το τέλος του 2026.
Δεν πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη πρόβλεψη ή για μια απλή δημοσιονομική απόκλιση. Το ποσό συνδέεται με τις άμεσες ανάγκες ενός πολέμου που εξακολουθεί να απαιτεί τεράστιους πόρους: όπλα και πυρομαχικά, αμοιβές στρατιωτών, αμυντικά συστήματα και αποζημιώσεις στις οικογένειες των νεκρών.
Το Κίεβο επιβεβαίωσε στη συνέχεια την ύπαρξη του προβλήματος, τόσο σε κυβερνητικό επίπεδο όσο και από την προεδρία, γεγονός που μετατρέπει το ζήτημα από μια εσωτερική δημοσιονομική διαφωνία σε ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα για τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Ένας πόλεμος που γίνεται ακριβότερος
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Η αμερικανική οικονομική συμμετοχή έχει περιοριστεί σημαντικά, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ πιέζει ώστε μεγαλύτερο μέρος του κόστους της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας να αναληφθεί από την Ευρώπη.
Την ίδια ώρα, οι στρατιωτικές ανάγκες του Κιέβου αυξάνονται. Η Ρωσία ενισχύει την παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ενώ τα ουκρανικά αποθέματα αμερικανικών πυραύλων αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot παραμένουν περιορισμένα.
Η ανάγκη για άμεση ενίσχυση της αεράμυνας γίνεται ακόμη πιο έντονη ενόψει του χειμώνα, όταν το Κίεβο αναμένει νέα πίεση στις ενεργειακές υποδομές, στη βιομηχανία και στα λιμάνια.
Η Γερμανία έχει ήδη αποφασίσει την επείγουσα αποστολή επιπλέον πυραύλων Patriot PAC-2 από τα δικά της αποθέματα. Παράλληλα, η Ουκρανία έχει εξασφαλίσει συμφωνίες για περίπου 1.000 νέους πυραύλους Patriot. Το πρόβλημα, όμως, είναι ο χρόνος: σημαντικό μέρος αυτών των παραδόσεων δεν πρόκειται να φτάσει άμεσα, αλλά σταδιακά.
Και στον πόλεμο της Ουκρανίας, η διαφορά ανάμεσα στο «θα παραδοθεί» και στο «υπάρχει τώρα» είναι τεράστια.
Πώς δημιουργήθηκε το χρηματοδοτικό κενό
Πίσω από τα 27 δισ. βρίσκεται και μια εσωτερική διαμάχη για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι διαθέσιμοι πόροι μέσα στο 2026.
Η προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Άμυνας, υπό τον Μιχαΐλο Φεντόροφ, επέλεξε να μεταφέρει στην αρχή της χρονιάς κονδύλια που είχαν προβλεφθεί για το δεύτερο εξάμηνο. Η επιλογή είχε καθαρά επιχειρησιακή λογική: περισσότερα drones, ταχύτερη χρηματοδότηση όπλων και επιθετικών δυνατοτήτων και ενίσχυση των πληγμάτων βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια.
Ο Φεντόροφ υπερασπίστηκε αυτή την πολιτική, υποστηρίζοντας ότι η επιτάχυνση των δαπανών ενίσχυσε την ουκρανική δυνατότητα για επιθέσεις σε βάθος. Παράλληλα, αρνείται ότι παρέδωσε στον διάδοχό του μια «τρύπα» 27 δισ. δολαρίων.
Ο Ζελένσκι, από την πλευρά του, έχει συνδέσει μέρος του προβλήματος με την πρόωρη κατανάλωση πόρων που είχαν υπολογιστεί για τους τελευταίους μήνες του έτους.
Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι μεγαλύτερη από αυτή τη διαμάχη.
Η άμυνα απορροφά πλέον το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού
Τα στοιχεία για το 2026 αποτυπώνουν έναν πόλεμο που γίνεται διαρκώς ακριβότερος.
Μόνο από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο, η Ουκρανία δαπάνησε περίπου 1,63 τρισ. γρίβνες, δηλαδή σχεδόν 37 δισ. δολάρια, για ασφάλεια και άμυνα. Η δαπάνη ήταν περίπου 20% υψηλότερη σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025 και αντιστοιχούσε στο 63,2% του συνόλου των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού.
Την ίδια περίοδο, οι συνολικές κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 18,6% μέσα σε έναν χρόνο, με την άμυνα να αποτελεί τον βασικό παράγοντα αυτής της αύξησης.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή την ώρα που αυξάνονται οι ανάγκες, τα κρατικά έσοδα αρχίζουν να πιέζονται.
Κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του έτους, τα έσοδα του γενικού προϋπολογισμού ήταν κατά 33,1 δισ. γρίβνες χαμηλότερα από τον αρχικό στόχο, ενώ σχεδόν το μισό της υστέρησης καταγράφηκε μόνο τον Αύγουστο.
Οι ρωσικές επιθέσεις σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μεταλλουργικές μονάδες, ενεργειακές υποδομές και στον εξαγωγικό διάδρομο της Μαύρης Θάλασσας έχουν πλέον διπλό οικονομικό αποτέλεσμα για την Ουκρανία: αυξάνουν τις στρατιωτικές ανάγκες και ταυτόχρονα περιορίζουν τις πηγές κρατικών εσόδων.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: περισσότερες ρωσικές επιθέσεις σημαίνουν μεγαλύτερη ανάγκη για drones και αεράμυνα, ενώ οι ίδιες επιθέσεις περιορίζουν την οικονομική δυνατότητα του ουκρανικού κράτους να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο.
Το ευρωπαϊκό πακέτο των 90 δισ. και το πρόβλημα του χρόνου
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δημιουργήσει ένα από τα μεγαλύτερα πολυετή χρηματοδοτικά εργαλεία για την Ουκρανία.
Για το 2026 και το 2027 έχει εγκριθεί δάνειο συνολικού ύψους 90 δισ. ευρώ. Περίπου 60 δισ. κατευθύνονται σε αμυντικές ανάγκες, ενώ άλλα 30 δισ. αφορούν τη λειτουργία του ουκρανικού κράτους και τη δημοσιονομική στήριξη.
Για το 2026 προβλέπονται έως 45 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 28,3 δισ. προορίζονται για την άμυνα, την αμυντική βιομηχανία και τις στρατιωτικές ανάγκες, ενώ 16,7 δισ. αφορούν τη στήριξη του κρατικού προϋπολογισμού.
Η μεγάλη δυσκολία βρίσκεται πλέον αλλού.
Το Κίεβο θέλει ουσιαστικά να μεταφερθεί μέρος της χρηματοδότησης που έχει προβλεφθεί για το 2027 στο 2026, ώστε να καλυφθούν οι άμεσες ανάγκες.
Η πρόταση έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: δεν απαιτεί τη δημιουργία ενός καινούργιου ευρωπαϊκού μηχανισμού. Το χρηματοδοτικό εργαλείο υπάρχει ήδη και έχει εγκριθεί.
Όμως δημιουργεί ταυτόχρονα ένα μεγάλο πρόβλημα για την επόμενη ημέρα.
Τα χρήματα του 2027 που θα χρησιμοποιηθούν σήμερα δεν θα είναι διαθέσιμα αύριο.
Και κανείς στην Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι ο πόλεμος θα έχει τελειώσει μέχρι τότε. Το ίδιο το Κίεβο εκτιμά ότι και το 2027 θα χρειαστεί διεθνή οικονομική στήριξη αντίστοιχης κλίμακας.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί ταμειακά σήμερα, αλλά δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται χρονικά.
Η Ευρώπη θέλει πλέον απαντήσεις για τον λογαριασμό
Αυτό είναι και το σημείο που κάνει το αίτημα των 27 δισ. πολιτικά δύσκολο.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι χωρίς εξωτερική χρηματοδότηση η Ουκρανία θα δυσκολευτεί να διατηρήσει μια πολεμική προσπάθεια τέτοιας έντασης. Για αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, άλλωστε, η διατήρηση της ουκρανικής άμυνας συνδέεται πλέον άμεσα με τη δική τους αντίληψη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Όμως η εποχή κατά την οποία μεγάλα ποσά μπορούσαν να εγκρίνονται απλώς με την επίκληση των αναγκών του πολέμου φαίνεται να περνά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά σαφέστερη εικόνα για τα πραγματικά δημοσιονομικά δεδομένα, ενώ οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών γνωρίζουν ότι κάθε νέα μεγάλη χρηματοδότηση πρέπει να περάσει και από το πολιτικό φίλτρο των εθνικών κοινοβουλίων και των ψηφοφόρων.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται ταυτόχρονα να αυξήσουν τις δικές τους αμυντικές δαπάνες, να αντιμετωπίσουν το κόστος ενέργειας και διαβίωσης και να χρηματοδοτήσουν άλλες κρίσιμες πολιτικές.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο πόσα χρήματα θα δοθούν στην Ουκρανία, αλλά και πώς δαπανώνται, πότε χρειάζονται και με ποιον έλεγχο.
Το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο συνδέεται ήδη με όρους που αφορούν το κράτος δικαίου, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την οικονομική ανθεκτικότητα και την εποπτεία της χρήσης των χρημάτων.
Τα παγωμένα ρωσικά κεφάλαια ξαναμπαίνουν στο επίκεντρο
Υπάρχει, ωστόσο, μια διαφορετική λύση που το Κίεβο θεωρεί πιο λογική από τη συνεχή προσφυγή στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς: τα παγωμένα ρωσικά κρατικά περιουσιακά στοιχεία.
Περίπου 210 δισ. ευρώ ρωσικών περιουσιακών στοιχείων παραμένουν δεσμευμένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το μεγαλύτερο μέρος τους να βρίσκεται στο βελγικό Euroclear.
Μέχρι σήμερα, η Ευρώπη αξιοποιεί κυρίως τα έκτακτα κέρδη που προκύπτουν από αυτά τα κεφάλαια και όχι το ίδιο το αρχικό κεφάλαιο.
Η Ουκρανία πιέζει για το επόμενο βήμα: να χρησιμοποιηθεί η αξία των ρωσικών assets ως βάση για πολύ μεγαλύτερη χρηματοδότηση της ουκρανικής άμυνας.
Η συζήτηση έχει βρει μεγαλύτερη ανταπόκριση σε χώρες όπως η Σουηδία, η Πολωνία, η Ολλανδία και η Ισπανία.
Το βασικό εμπόδιο παραμένει το Βέλγιο.
Οι ανησυχίες αφορούν τόσο πιθανές δικαστικές προσφυγές της Ρωσίας όσο και τις ευρύτερες συνέπειες μιας κατάσχεσης κρατικών αποθεματικών που βρίσκονται σε ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
Υπάρχει, επίσης, ο φόβος ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο και να οδηγήσει τρίτες χώρες να επανεξετάσουν την ασφάλεια των συναλλαγματικών τους αποθεμάτων στην Ευρώπη.
Για το Κίεβο, όμως, η συζήτηση αυτή κινείται πολύ πιο αργά από τις ανάγκες του πολέμου.
Ο πραγματικός λογαριασμός μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος
Τα 27 δισ. δολάρια πρέπει επομένως να αντιμετωπιστούν ως ένδειξη μιας ευρύτερης οικονομικής πραγματικότητας.
Η Ουκρανία βρίσκεται πλέον στην πέμπτη χρονιά του πολέμου και το οικονομικό βάρος της σύγκρουσης έχει περάσει σε νέα κλίμακα.
Ήδη από το 2025, η επικεφαλής της Επιτροπής Προϋπολογισμού της ουκρανικής Βουλής εκτιμούσε ότι το 2026 θα απαιτούνταν περίπου 60 δισ. δολάρια από την ίδια την Ουκρανία για αμυντικές δαπάνες και ακόμη 60 δισ. από τους συμμάχους σε όπλα και πυρομαχικά.
Μιλούσε, δηλαδή, για ένα συνολικό αμυντικό αποτύπωμα περίπου 120 δισ. δολαρίων.
Οι υπολογισμοί εκείνοι έγιναν πριν ενταθεί ακόμη περισσότερο η ρωσική χρήση βαλλιστικών πυραύλων και drones και πριν αυξηθούν οι επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές της ουκρανικής οικονομίας.
Σήμερα το Κίεβο χρειάζεται περισσότερα drones για να διατηρήσει την ικανότητα πληγμάτων σε βάθος, περισσότερους πυραύλους για την αεράμυνα, αλλά και τεράστιους πόρους για τη διατήρηση ενός στρατού εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα για την Ευρώπη.
Πόσο κοστίζει κάθε χρόνο η διατήρηση μιας Ουκρανίας που συνεχίζει να πολεμά, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιθυμούν πλέον να σηκώνουν το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους;
Μέχρι σήμερα, η ευρωπαϊκή απάντηση ήταν ότι οι πόροι θα βρεθούν. Η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της έχουν ήδη διοχετεύσει συνολικά πάνω από 220 δισ. ευρώ σε στήριξη προς την Ουκρανία και τον ουκρανικό λαό από την έναρξη της ρωσικής εισβολής.
Η νέα απαίτηση, όμως, αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Δεν αρκεί πλέον η Ευρώπη να εγκρίνει μεγάλα πακέτα χρηματοδότησης με ορίζοντα δύο ή τριών ετών. Ο ρυθμός με τον οποίο καταναλώνονται οι πόροι του πολέμου μπορεί να είναι πολύ ταχύτερος από τον ρυθμό με τον οποίο η Ευρώπη εγκρίνει και εκταμιεύει τα χρήματα.
Για την Ουκρανία, ο χρόνος μετριέται σε πυραύλους Patriot, drones, πυρομαχικά και μισθοδοσία στρατιωτών.
Για την Ευρώπη, μετριέται σε δόσεις δανείων, εθνικούς προϋπολογισμούς, κοινοβουλευτικές εγκρίσεις και πολιτικές αποφάσεις.
Και αυτή η απόσταση ανάμεσα στην ταχύτητα των αναγκών του πολέμου και στην ταχύτητα των ευρωπαϊκών αποφάσεων μπορεί να αποδειχθεί τελικά μεγαλύτερο πρόβλημα ακόμη και από την ίδια την «τρύπα» των 27 δισ. δολαρίων.
