Του Άνδρεα Βορύλλα βουλευτή Β2 Δυτικού τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ.
Η 14η Σεπτεμβρίου είναι η Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος.
Σήμερα μνημονεύουμε έναν ελληνικό κόσμο που έζησε και δημιούργησε επί αιώνες στην άλλη πλευρά του Αιγαίου. Την Ιωνία, την Καππαδοκία, την Προποντίδα. Τη Σμύρνη, τις Κυδωνίες, τα Βουρλά. Τις κοινότητες με τις εκκλησίες, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα τυπογραφεία, τα εργαστήρια και το εμπόριό τους. Έναν Ελληνισμό ακμαίο, μορφωμένο, εργατικό, βαθιά δεμένο με τη γη του.
Και ύστερα ήρθε ο διωγμός.
Από το 1914 οι εκτοπίσεις, τα τάγματα εργασίας, οι εξαντλητικές πορείες στο εσωτερικό της Ανατολίας, οι λεηλασίες και οι σφαγές έπληξαν συστηματικά τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Το 1922 η καταστροφή έφτασε στην κορύφωσή της.
Στη Σμύρνη δολοφονήθηκαν άμαχοι. Άνδρες οδηγήθηκαν στα “αμελέ ταμπουρού” και πολλοί πέθαναν από την πείνα, την εξάντληση και την κακομεταχείριση. Γυναίκες και κορίτσια βιάστηκαν, απήχθησαν, εξευτελίστηκαν, χωρίστηκαν βίαια από τις οικογένειές τους.
Παιδιά έμειναν ορφανά μέσα στον πανικό. Σπίτια λεηλατήθηκαν. Κοιμητήρια βεβηλώθηκαν. Χριστιανικοί ναοί πυρπολήθηκαν, λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν. Η Αγία Φωτεινή, η ορθόδοξη μητρόπολη της Σμύρνης, χάθηκε μαζί με μεγάλο μέρος της χριστιανικής πόλης.
Και ο Χρυσόστομος Σμύρνης έμεινε εκεί. Ενώ μπορούσε να αναζητήσει σωτηρία, παρέμεινε κοντά στο ποίμνιό του και βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Η μορφή του ανήκει από τότε στην ιστορία του Μικρασιατικού Ελληνισμού.
Μέσα σε εκείνον τον όλεθρο βρισκόταν και ένας δεκαοκτάχρονος από το Αϊβαλί: ο Ηλίας Βενέζης. Συνελήφθη και οδηγήθηκε μαζί με χιλιάδες άλλους στα τάγματα εργασίας. Επέστρεψε το 1923 με ελάχιστους ακόμη επιζώντες από την ομάδα των συμπατριωτών του. Αργότερα έδωσε στη μαρτυρία του έναν αριθμό: 31328. Αυτός ήταν ο αριθμός του στην αιχμαλωσία. Στο βιβλίο του γράφει λιτά: «Είμαστε ένα τάγμα εργατικό. “Αμελέ ταμπουρού”». Ο άνθρωπος είχε μετατραπεί σε αριθμό. Μήπως σας θυμίζει κάτι αυτή η πρακτική; Αναφέρομαι βεβαίως στον προσωπικό αριθμό και στη σπουδή της κυβέρνησης να τον επιβάλλει με κάθε μέσο στους Έλληνες. Δεν σας δίδαξε τίποτα η ιστορία;
Κακώς γιατί η μνήμη έχει απαιτήσεις από τη σημερινή Ελλάδα. Απαιτήσεις για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική.
Απέναντί μας υπάρχει μια Τουρκία που εξακολουθεί να διατηρεί το casus belli σε περίπτωση άσκησης από την Ελλάδα του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών της υδάτων στο Αιγαίο. Παράλληλα προβάλλεται η «Γαλάζια Πατρίδα», ένα αναθεωρητικό δόγμα που αμφισβητεί το ισχύον καθεστώς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ως ΝΙΚΗ, από αυτό το βήμα λέμε καθαρά: η Ελλάδα οφείλει να στέκεται απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό με δύναμη, αποφασιστικότητα και εθνική αυτοπεποίθηση. Τα κυριαρχικά μας δικαιώματα απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και ασκούνται από ένα κυρίαρχο κράτος.
Επιλέγουμε την πολιτική της αξιοπρέπειας και της ισχύος. Την Ελλάδα που συνομιλεί όρθια, που γνωρίζει τα δίκαιά της και τα υπερασπίζεται, που χαράζει εξωτερική πολιτική με κέντρο το εθνικό συμφέρον. Κάθε μήνυμα υποχωρητικότητας απέναντι στον αναθεωρητισμό τροφοδοτεί νέες αξιώσεις. Κάθε καθαρή και σταθερή ελληνική θέση οικοδομεί αποτροπή.
Την ώρα που το τουρκικό casus belli παραμένει ενεργό και η «Γαλάζια Πατρίδα» επανέρχεται, η κυβέρνηση εξακολουθεί να επενδύει στο αφήγημα των «ήρεμων νερών». Για τη ΝΙΚΗ, αυτή η στρατηγική καλλιεργεί μια επικίνδυνη εξοικείωση με την τουρκική απειλή: αρκεί να χαμηλώνουν για λίγο οι τόνοι και μια βαθιά αναθεωρητική πολιτική παρουσιάζεται ως διαχειρίσιμη κανονικότητα. Εμείς μετράμε την επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής διαφορετικά: με την άρση των απειλών, την έμπρακτη κατοχύρωση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και την αποτροπή κάθε νέας αμφισβήτησης. Η ιστορία του Μικρασιατικού Ελληνισμού μάς έχει διδάξει πόσο ακριβά μπορεί να πληρώσει ένα έθνος την αυταπάτη ότι ο αναθεωρητισμός υποχωρεί επειδή για ένα διάστημα χαμηλώνει τη φωνή του.
Και υπάρχει ακόμη ένα μέτωπο, εσωτερικό: το σχολείο.
Σήμερα παρουσιάζονται συνεχώς στην ελληνική Παιδεία νέες μόδες «εκσυγχρονισμού». Αλλάζουν προγράμματα, βιβλία, προτεραιότητες και παιδαγωγικά πρότυπα με σκοπό η εθνική μνήμη και η πολιτισμική μας κληρονομιά να ασθενήσουν.
Ένας τέτοιος εκσυγχρονισμός οδηγεί στην αποκοπή. Και ένας λαός αποκομμένος από την ιστορική και ηθική του, θα πω, παρακαταθήκη γίνεται ευκολότερα ένας λαός χωρίς προσανατολισμό.
Η Μικρά Ασία αξίζει κεντρική θέση στη διδασκαλία της Ιστορίας. Τα παιδιά μας πρέπει να γνωρίζουν τη ζωή του Μικρασιατικού Ελληνισμού πριν από το 1922, τους διωγμούς, τη γενοκτονία, την προσφυγιά, αλλά και το τεράστιο έργο που δημιούργησαν οι πρόσφυγες όταν έφτασαν στην Ελλάδα.
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν ρημαγμένοι και μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξαν την ίδια την Ελλάδα. Έχτισαν συνοικίες, άνοιξαν εργοστάσια και εργαστήρια, καλλιέργησαν τη γη, έφεραν μουσικές, γεύσεις, τέχνες, επιχειρηματικότητα και γράμματα.
Έφεραν μαζί τους μια πατρίδα που είχε χαθεί γεωγραφικά και την έκαναν κομμάτι της σημερινής Ελλάδας.
Εμείς, έναν αιώνα αργότερα, έχουμε άλλο χρέος: να γνωρίζουμε. Να θυμόμαστε τους ανθρώπους της Μικράς Ασίας όπως πραγματικά έζησαν και όπως πραγματικά χάθηκαν. Να διδάσκουμε στα παιδιά μας την ιστορία τους. Να στεκόμαστε με θάρρος απέναντι σε κάθε αναθεωρητισμό. Και να κρατούμε την Ελλάδα όρθια, με μνήμη, συνείδηση και ευθύνη απέναντι σε εκείνους που την παρέδωσαν σε εμάς.
