Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2026

Οι μνήμες από τη νύχτα της τραγωδίας των Τεμπών επέστρεψαν με ιδιαίτερα φορτισμένο τρόπο στη δικαστική αίθουσα της Λάρισας, κατά την 29η συνεδρίαση της δίκης. Συγγενείς θυμάτων και μάρτυρες περιέγραψαν όσα έζησαν πριν και μετά τη σύγκρουση, ενώ στο επίκεντρο βρέθηκαν για ακόμη μία φορά οι χρόνιες δυσλειτουργίες και οι ελλείψεις στον ελληνικό σιδηρόδρομο.

Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν η κατάθεση της Αγορή Τζοβάρα, αδελφής του ελεγκτή Γιάννη Τζοβάρα, ο οποίος έχασε τη ζωή του στα Τέμπη. Μιλώντας για τον αδελφό της, έκανε λόγο για έναν άνθρωπο που αγαπούσε τη δουλειά του, παρά τις δύσκολες συνθήκες εργασίας και τις περιορισμένες αναπαύσεις. Μετέφερε μάλιστα στο δικαστήριο μια φράση που, όπως είπε, της είχε εκμυστηρευτεί μετά την κατάργηση της θέσης του προϊσταμένου αμαξοστοιχίας: «Θα μας σκοτώσουν οι μ@@@κες, θα μας σκοτώσουν».

Η ίδια αναφέρθηκε και στη στελέχωση του σιδηροδρόμου, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν περιπτώσεις μετατάξεων εργαζομένων σε θέσεις με μεγαλύτερη ευθύνη. Συγκεκριμένα, για τον σταθμάρχη Βασίλη Σαμαρά είπε: «Είχαμε αχθοφόρο που έγινε σταθμάρχης για να παίρνει μεγαλύτερο μισθό», ενώ ανέφερε πως ο αδελφός της είχε εκφράσει την ανακούφισή του επειδή ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν βρισκόταν στον σταθμό της Λάρισας.

«Ο σιδηρόδρομος είναι μια καρικατούρα»

Στη συνέχεια κατέθεσε ο Ευθύμιος Οίκου, πατέρας του μηχανοδηγού Δημήτρη Οίκου, ο οποίος βρισκόταν ως επιβάτης στο μοιραίο τρένο. Με 35 χρόνια εμπειρίας ως μηχανοδηγός, περιέγραψε με ιδιαίτερα σκληρούς χαρακτηρισμούς την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου.

«Ο σιδηρόδρομος είναι μια καρικατούρα σιδηροδρόμου, ένα κακέκτυπο», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η απαξίωση του δικτύου είχε ξεκινήσει ήδη από το 2010. Στάθηκε ιδιαίτερα στην απουσία σύγχρονων δικλείδων ασφαλείας και στα προβλήματα επικοινωνίας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Σύστημα επικοινωνίας σταθερό στην αμαξοστοιχία δεν υπάρχει. Δεν μπορεί με το κινητό να κάνεις κυκλοφορία».

Ο ίδιος έκανε λόγο για τεχνολογία άλλων εποχών, υποστηρίζοντας ότι η κυκλοφορία γινόταν με «χαρτάκια», ενώ χαρακτήρισε την τηλεδιοίκηση ουσιαστικά ανύπαρκτη. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε η οικογένειά του μέχρι να πληροφορηθεί, αρκετές ημέρες μετά την τραγωδία, ότι ο Δημήτρης είχε χάσει τη ζωή του.

Η αδελφή του, Σμαρώ Οίκου, κατέθεσε κρατώντας φωτογραφία του αδελφού της και μίλησε για τις συζητήσεις που είχαν σχετικά με την ασφάλεια του σιδηροδρόμου. Όπως είπε, ο Δημήτρης φοβόταν περισσότερο έναν πιθανό εκτροχιασμό.

«Είδαμε μια ανύπαρκτη Πολιτεία»

Συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση της Μαρίας Θεοδωρή, μητέρας του Βάιου Βλάχου, ο οποίος ταξίδευε με τη σύντροφό του και το σκυλάκι τους. Περιγράφοντας τις πρώτες ώρες μετά τη σύγκρουση, μίλησε για την αγωνιώδη αναζήτηση του παιδιού της στα νοσοκομεία.

«Είδαμε μια ανύπαρκτη Πολιτεία», ανέφερε, αναγνωρίζοντας ωστόσο τη βοήθεια των εθελοντών. Περιέγραψε την άφιξη ασθενοφόρων στο νοσοκομείο με σάκους που περιείχαν σορούς και την αναμονή μέχρι την ταυτοποίηση του γιου της μέσω DNA.

Η μητέρα του Βάιου Βλάχου ζήτησε από το δικαστήριο να αποδώσει δικαιοσύνη, θυμίζοντας ότι μετά την κηδεία του γιου της υποσχέθηκε να ερευνήσει όσα συνέβησαν στα Τέμπη.

Στη συνεδρίαση κατέθεσε επίσης η Σόνια Αρνή, αρραβωνιαστικιά του μηχανοδηγού Νίκου Ναλμπάντη. Όπως ανέφερε, ο Νίκος τής είχε μιλήσει για προβλήματα στον σιδηρόδρομο, μεταξύ άλλων για την έλλειψη φωτοσήμανσης και τηλεδιοίκησης. «Θέλαμε να κάνουμε οικογένεια και παιδιά. Θέλω να αποδοθεί δικαιοσύνη», είπε.

Στο μικροσκόπιο το κινητό του σταθμάρχη

Η συνεδρίαση ολοκληρώθηκε με μία εξέλιξη που παρουσιάζει ιδιαίτερο δικαστικό ενδιαφέρον. Η εισαγγελέας πρότεινε την άρση του απορρήτου του κινητού τηλεφώνου του σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας, προκειμένου να ελεγχθούν κλήσεις, μηνύματα και τυχόν διαγραμμένο υλικό.

Το αίτημα για πλήρη έλεγχο του κινητού, της κάρτας SIM και της κάρτας μνήμης είχε τεθεί ήδη από την προηγούμενη συνεδρίαση.

Η 29η ημέρα της δίκης για τα Τέμπη έκλεισε με νέες μαρτυρίες για τις συνθήκες στον σιδηρόδρομο, τις δραματικές ώρες μετά τη σύγκρουση και τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν τις οικογένειες των θυμάτων, τρεισήμισι χρόνια μετά τη φονική σύγκρουση των δύο τρένων.