Υπάρχει κάτι που μοιάζει να έχει χαθεί μέσα στον θόρυβο της καθημερινής πολιτικής επικαιρότητας: ο ίδιος ο πολίτης.
Κάθε ημέρα και μία δημοσκόπηση.
Κάθε ημέρα και ένα νέο ποσοστό.
Ποιος ανεβαίνει, ποιος πέφτει, ποιος περνά τον άλλον, ποιος κερδίζει μία μονάδα, ποιος χάνει μισή.
Και μετά αρχίζουν οι δηλώσεις.
Ο ένας πολιτικός είπε αυτό. Ο άλλος απάντησε εκείνο. Ο τρίτος επιτέθηκε στον δεύτερο και ο δεύτερος στον πρώτο.
Και κάπου ανάμεσα στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις, στα πάνελ, στις κομματικές ανακοινώσεις και στις δημοσκοπικές αναλύσεις, υπάρχει ένας άνθρωπος που συνεχίζει κανονικά τη ζωή του.
Μόνο που η ζωή του δεν έχει καμία σχέση με τα τηλεοπτικά πάνελ.
Ο λογαριασμός δεν πληρώνεται με δηλώσεις
Ο πολίτης πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ και βλέπει τις τιμές.
Πληρώνει το ρεύμα, το ενοίκιο, τη βενζίνη, τη θέρμανση. Προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του και στο τέλος του μήνα κάνει λογαριασμό για να δει τι απέμεινε.
Η ακρίβεια δεν είναι πολιτική αντιπαράθεση.
Είναι το καρότσι του σούπερ μάρκετ. Είναι ο λογαριασμός του ηλεκτρικού. Είναι το ενοίκιο. Είναι το πρατήριο καυσίμων.
Και αυτός ο λογαριασμός δεν ενδιαφέρεται για το ποιος προηγείται κατά μισή μονάδα σε μία δημοσκόπηση.
Και μετά έρχεται η ανασφάλεια
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για την εγκληματικότητα επιστρέφει συνεχώς στην επικαιρότητα, με περιστατικά που δημιουργούν σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας την αίσθηση ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Η Ελληνική Αστυνομία δημοσιεύει αναλυτικά στοιχεία εγκληματικότητας, τα οποία δείχνουν την πραγματική εικόνα ανά κατηγορία και περιοχή.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να χρησιμοποιείται κάθε περιστατικό για πολιτική αντιπαράθεση.
Το ζητούμενο είναι πολύ πιο απλό:
Ο πολίτης θέλει να αισθάνεται ασφαλής στο σπίτι του, στη γειτονιά του, στον δρόμο, στη δουλειά του.
Δεν ζητά τηλεοπτικό καβγά.
Ζητά αποτέλεσμα.
Και το δημογραφικό χτυπά την πόρτα
Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακούς όρους.
Το δημογραφικό.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικά: το 2025 καταγράφηκαν 65.594 γεννήσεις, έναντι 68.467 το 2024, δηλαδή 2.873 λιγότερες γεννήσεις ή μείωση 4,2%.
Πίσω από αυτόν τον αριθμό δεν υπάρχουν απλώς στατιστικές.
Υπάρχουν νέοι άνθρωποι που αναρωτιούνται αν μπορούν να κάνουν οικογένεια.
Υπάρχουν ζευγάρια που υπολογίζουν ενοίκιο, παιδικό σταθμό, φροντιστήρια, τρόφιμα, ρεύμα, μετακινήσεις και δεκάδες ακόμη έξοδα.
Υπάρχει μια γενιά που καλείται να αποφασίσει αν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής αβεβαιότητας.
Και αυτό δεν λύνεται με μία ακόμη εξαγγελία.
Κι όμως, το πολιτικό και μιντιακό σύστημα συνεχίζει στον ίδιο ρυθμό
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Η πολιτική συζήτηση έχει αρχίσει να μοιάζει με έναν κλειστό κύκλο που περιστρέφεται γύρω από τον ίδιο του τον εαυτό.
Δημοσκόπηση.
Ανάλυση της δημοσκόπησης.
Δήλωση πολιτικού για τη δημοσκόπηση.
Απάντηση άλλου πολιτικού.
Νέα δημοσκόπηση.
Νέο πάνελ.
Νέα αντιπαράθεση.
Και την επόμενη ημέρα… πάλι από την αρχή.
Μόνο που η ζωή του πολίτη δεν κάνει restart κάθε πρωί.
Οι λογαριασμοί συνεχίζουν να έρχονται.
Τα ενοίκια συνεχίζουν να πιέζουν.
Η ανασφάλεια παραμένει.
Το δημογραφικό επιδεινώνεται.
Οι πολίτες περιμένουν καλύτερες υπηρεσίες Υγείας, Παιδείας και καθημερινότητας.
Και η ερώτηση γίνεται όλο και πιο απλή:
Πού είναι η αισθητή αλλαγή;
Ο κόσμος δεν χρειάζεται άλλη παράσταση
Δεν σημαίνει ότι οι δημοσκοπήσεις δεν έχουν αξία. Δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές δηλώσεις δεν έχουν σημασία.
Σημαίνει όμως ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα.
Μία δημοσκόπηση καταγράφει μια στιγμή.
Μία δήλωση καταγράφει μια πολιτική θέση.
Η καθημερινότητα, όμως, καταγράφει το αποτέλεσμα.
Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό τεστ.
Όχι στο αν ένα κόμμα πήγε από το 29% στο 30%.
Αλλά στο αν ο πολίτης μπορεί να ζήσει καλύτερα.
Όχι στο ποιος κέρδισε το τηλεοπτικό πάνελ.
Αλλά στο αν ο εργαζόμενος μπορεί να βγάλει τον μήνα.
Όχι στο πόσες φορές ειπώθηκε η λέξη «μεταρρύθμιση».
Αλλά στο αν ο πολίτης είδε πράγματι κάτι να αλλάζει.
Γιατί κάποια στιγμή ο πολίτης κουράζεται
Ίσως αυτό είναι που δεν έχουν αντιληφθεί επαρκώς ούτε ένα μέρος του πολιτικού κόσμου ούτε ένα μέρος των μέσων ενημέρωσης.
Ο πολίτης κουράστηκε από τα ίδια.
Κουράστηκε να ακούει για το ποιος φταίει.
Κουράστηκε να βλέπει πολιτικούς να ανταλλάσσουν κατηγορίες.
Κουράστηκε να παρακολουθεί δημοσκοπήσεις που συχνά παρουσιάζονται σαν να είναι το σημαντικότερο γεγονός της ημέρας, ενώ η δική του ζωή παραμένει δύσκολη.
Κουράστηκε από την αίσθηση ότι όλοι συζητούν για την πολιτική και ελάχιστοι συζητούν πραγματικά για τη δική του καθημερινότητα.
Και εδώ βρίσκεται το ερώτημα που δεν μπορεί να απαντήσει καμία δημοσκόπηση:
Αλήθεια, ενδιαφέρεται κανείς πραγματικά για τον έντιμο, μέσο πολίτη;
Για εκείνον που δουλεύει, πληρώνει φόρους, προσπαθεί να μεγαλώσει τα παιδιά του, πληρώνει τους λογαριασμούς του και δεν ζητά τίποτε περισσότερο από το αυτονόητο;
Μια αξιοπρεπή ζωή. Ασφάλεια. Σταθερότητα. Προοπτική.
Γιατί τελικά αυτός ο πολίτης δεν ζητά να κερδίσει κανένα κόμμα.
Ζητά να κερδίσει η δική του ζωή.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση της εποχής:
Όσο η πολιτική συνεχίζει να μετράει ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις, η κοινωνία μετράει πόσα της λείπουν μέχρι το τέλος του μήνα.
Και αυτές οι δύο μετρήσεις δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα.
