Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2026

Για πρώτη φορά από την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία, η Ρωσία προσέρχεται σε βουλευτικές εκλογές σε συνθήκες πολέμου, με την οικονομία να εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης και την ανησυχία για το ενδεχόμενο νέας επιστράτευσης να επιστρέφει στο προσκήνιο.

Οι κάλπες άνοιξαν σήμερα και η διαδικασία θα ολοκληρωθεί στις 20 Σεπτεμβρίου, με περίπου 111 εκατομμύρια Ρώσους να καλούνται να εκλέξουν τα 450 μέλη της Κρατικής Δούμας για πενταετή θητεία. Οι 225 έδρες θα κατανεμηθούν βάσει της πανεθνικής ψήφου στα κόμματα, ενώ οι υπόλοιπες 225 θα κριθούν στις μονοεδρικές περιφέρειες.

Το αποτέλεσμα, πάντως, θεωρείται σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένο. Η Ενωμένη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν διατηρεί σημαντικό προβάδισμα, ενώ η οργανωμένη αντιπολίτευση έχει περιοριστεί δραστικά. Παράλληλα, τα κόμματα που αναμένεται να εξασφαλίσουν την είσοδό τους στη Δούμα στηρίζουν, σε διαφορετικό βαθμό, τις βασικές πολιτικές επιλογές του Κρεμλίνου.

Η προσωπική εμπλοκή του Πούτιν

Παρότι ο Ρώσος πρόεδρος δεν είναι υποψήφιος, η φετινή εκλογική αναμέτρηση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία για τον ίδιο. Ο Πούτιν συμμετείχε ενεργότερα στην προεκλογική εκστρατεία της Ενωμένης Ρωσίας από ό,τι σε προηγούμενες κοινοβουλευτικές εκλογές, εμφανίστηκε σε κομματικές εκδηλώσεις και συναντήθηκε με την ηγεσία του κόμματος.

Σύμφωνα με ανάλυση του European Leadership Network, πρόκειται για την πιο άμεση σύνδεσή του με την προεκλογική εκστρατεία της Ενωμένης Ρωσίας από το 2007.

Έτσι, η εκλογική επίδοση του κυβερνώντος κόμματος αποκτά χαρακτήρα έμμεσης μέτρησης της εμπιστοσύνης προς τον ίδιο τον Πούτιν.

Σε τηλεοπτικό του μήνυμα πριν από την ψηφοφορία, ο Ρώσος πρόεδρος συνέδεσε μάλιστα τη συμμετοχή στις εκλογές με την εθνική ενότητα και τη στήριξη των Ρώσων στρατιωτών που πολεμούν στην Ουκρανία.

Το μήνυμα είναι σαφές: η ψήφος επιχειρείται να παρουσιαστεί ως πολιτική επιβεβαίωση όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά και της πολεμικής προσπάθειας.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ανάδειξη σχεδόν 200 βετεράνων του πολέμου ως υποψηφίων. Το Κρεμλίνο επιχειρεί να τους παρουσιάσει ως τμήμα μιας νέας πολιτικής ελίτ, ενισχύοντας παράλληλα τη σύνδεση της Ενωμένης Ρωσίας με τις ένοπλες δυνάμεις.

Το όριο των 300 εδρών

Η Ενωμένη Ρωσία διαθέτει σήμερα 310 από τις 450 έδρες της Δούμας. Το κρίσιμο όριο για το Κρεμλίνο είναι οι 300 έδρες, καθώς η πλειοψηφία των δύο τρίτων επιτρέπει στο κυβερνών κόμμα να προωθεί ακόμη και συνταγματικές αλλαγές χωρίς την ανάγκη στήριξης άλλων πολιτικών δυνάμεων.

Οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να δείχνουν την Ενωμένη Ρωσία στην πρώτη θέση. Έρευνα του κρατικού VTsIOM στα τέλη Αυγούστου την κατέγραφε στο 37%, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα ακολουθούσε με 11,6%. Το επίσης κρατικό FOM έδινε στην Ενωμένη Ρωσία περίπου 33%.

Τα ποσοστά αυτά είναι χαμηλότερα από το 49,8% που είχε καταγράψει επισήμως το κυβερνών κόμμα στις εκλογές του 2021.

Το ζητούμενο για το Κρεμλίνο δεν είναι, επομένως, μόνο η νίκη. Είναι η έκταση της νίκης, η συμμετοχή των πολιτών και κυρίως το εάν η Ενωμένη Ρωσία θα διατηρήσει την κρίσιμη πλειοψηφία των δύο τρίτων.

Η νέα Δούμα θα έχει, άλλωστε, πενταετή θητεία που θα φτάσει έως το 2031, καλύπτοντας και τις προεδρικές εκλογές του 2030. Για τον λόγο αυτό η σύνθεσή της αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την επόμενη πολιτική περίοδο της Ρωσίας.

Αντιπολίτευση χωρίς πραγματική απειλή

Τα κόμματα που αναμένεται να επιστρέψουν στη Δούμα, μεταξύ αυτών το Κομμουνιστικό Κόμμα και το υπερεθνικιστικό Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, κινούνται γενικά εντός των βασικών πολιτικών γραμμών του Κρεμλίνου και συχνά συμπράττουν με την Ενωμένη Ρωσία στις σημαντικότερες ψηφοφορίες.

Ενδεικτική είναι η δήλωση του ηγέτη των Ρώσων κομμουνιστών, Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, ότι όλες οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις έχουν υπερψηφίσει 170 νομοθετικές παρεμβάσεις που σχετίζονται με τη στήριξη της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία.

Η μοναδική εγγεγραμμένη πολιτική δύναμη που είχε τοποθετηθεί ανοιχτά κατά του πολέμου ήταν το φιλελεύθερο Γιάμπλοκο. Αν και αρχικά είχε τη δυνατότητα συμμετοχής, στη συνέχεια αποκλείστηκε από το εθνικό ψηφοδέλτιο με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Ορισμένοι υποψήφιοι του κόμματος εξακολουθούν να συμμετέχουν σε μονοεδρικές περιφέρειες, όμως οι πιθανότητες εκλογής τους θεωρούνται περιορισμένες. Άλλοι αντιπολιτευόμενοι υποψήφιοι αποκλείστηκαν από τη διαδικασία ή χαρακτηρίστηκαν «ξένοι πράκτορες».

Ο αποκλεισμός του Γιάμπλοκο δεν αλλάζει τους συσχετισμούς ως προς τον πιθανό νικητή. Περιορίζει όμως ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα να καταγραφεί μέσα από μια οργανωμένη πολιτική δύναμη η αντίθεση στον πόλεμο.

Όταν ο πόλεμος μπαίνει στην καθημερινότητα

Για ένα μεγάλο μέρος της ρωσικής κοινωνίας, ο πόλεμος παρέμενε επί χρόνια σχετικά μακρινός. Η εικόνα αυτή έχει αρχίσει να αλλάζει.

Οι επιθέσεις με drones, οι πιέσεις στην αγορά καυσίμων και η οικονομική επιβάρυνση κάνουν πλέον πιο αισθητές τις συνέπειες της σύγκρουσης στην καθημερινότητα.

Ουκρανικά πλήγματα έχουν προκαλέσει ζημιές σε διυλιστήρια, αποθήκες, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και υποδομές μεταφορών. Παράλληλα, οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές έχουν οδηγήσει σε ελλείψεις καυσίμων σε αρκετές περιοχές, ενώ οι επανειλημμένες προειδοποιήσεις για επιθέσεις drones στη Μόσχα και σε άλλες πόλεις ενισχύουν το αίσθημα ανασφάλειας.

Την ίδια ώρα, αυξάνεται η ανησυχία για το ενδεχόμενο νέας επιστράτευσης. Το Κρεμλίνο εξακολουθεί να απορρίπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όμως η προηγούμενη επιστράτευση του 2022 παραμένει έντονα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη.

Τότε, η απόφαση για επιστράτευση 300.000 εφέδρων είχε προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις και μαζική έξοδο Ρώσων ανδρών από τη χώρα.

Παράλληλα, η πολεμική οικονομία αρχίζει να αντιμετωπίζει μεγαλύτερες πιέσεις. Η αρχική ώθηση που προκάλεσαν οι τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες υποχωρεί, ενώ η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει το δημοσιονομικό κόστος μέσω αυξημένης φορολογίας και εσωτερικού δανεισμού.

Πληθωρισμός, αυξημένο κόστος διαβίωσης και ελλείψεις καυσίμων επιβαρύνουν την κοινωνία, ενώ οι ανθρώπινες απώλειες του πολέμου επηρεάζουν ιδιαίτερα αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές.

Οι πιέσεις αυτές έχουν αρχίσει να αποτυπώνονται και στις δημοσκοπήσεις. Το ανεξάρτητο Levada Center κατέγραψε τον Αύγουστο τη δημοτικότητα του Πούτιν στο 76%, έναντι 87% τον Σεπτέμβριο του 2025. Παρότι το ποσοστό παραμένει υψηλό, η υποχώρηση αποτελεί ένδειξη ότι το κόστος του πολέμου αρχίζει να αφήνει πιο εμφανές πολιτικό αποτύπωμα.

Εκλογές και στα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη

Η Ρωσία διεξάγει την ψηφοφορία και στην Κριμαία, την οποία προσάρτησε το 2014, καθώς και στα τμήματα των περιοχών Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Ζαπορίζια και Χερσώνα που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της.

Η Μόσχα επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει την εικόνα ότι τα συγκεκριμένα εδάφη αποτελούν πλέον τμήμα της Ρωσίας.

Η Ουκρανία και η διεθνής κοινότητα, ωστόσο, δεν αναγνωρίζουν ούτε τις προσαρτήσεις ούτε τη νομιμότητα της εκλογικής διαδικασίας στα κατεχόμενα εδάφη.

Το πραγματικό στοίχημα της κάλπης

Η επικράτηση της Ενωμένης Ρωσίας θεωρείται εξαιρετικά πιθανή. Το πραγματικό πολιτικό στοίχημα για το Κρεμλίνο βρίσκεται αλλού: στο ποσοστό που θα συγκεντρώσει, στις 300 έδρες, στη συμμετοχή των ψηφοφόρων και στο μήνυμα που θα εκπέμψει η κάλπη για την κοινωνική αποδοχή της πορείας που έχει επιλέξει ο Πούτιν.

Μια ισχυρή εκλογική επίδοση θα επιτρέψει στο Κρεμλίνο να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως απόδειξη πολιτικής σταθερότητας και κοινωνικής στήριξης, την ώρα που ο πόλεμος εξακολουθεί να επιβαρύνει την οικονομία και την καθημερινότητα.

Αντίθετα, μια σημαντική πτώση της Ενωμένης Ρωσίας ή μια αισθητά χαμηλότερη συμμετοχή δεν αναμένεται να απειλήσει άμεσα την εξουσία του Πούτιν, θα μπορούσε όμως να αποτελέσει ένδειξη ότι η κοινωνική συναίνεση γύρω από τον πόλεμο δεν είναι τόσο συμπαγής όσο επιχειρεί να εμφανίσει το Κρεμλίνο.