Μιλώντας στο ACTION 24, η κ. Σδούκου επιχείρησε να παρουσιάσει την εικόνα μιας οικονομίας που έχει αφήσει οριστικά πίσω της τις δύσκολες ημέρες του παρελθόντος και πλέον διαθέτει ισχυρότερες αντοχές και καλύτερη θέση στις διεθνείς αγορές.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τις πρόσφατες αναβαθμίσεις από τους Moody’s και Scope Ratings, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν διεθνή αναγνώριση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας και επιβεβαίωση της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής.
Μάλιστα, στάθηκε ιδιαίτερα στο κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, υποστηρίζοντας ότι τα ελληνικά ομόλογα έχουν πλέον χαμηλότερο επιτόκιο από εκείνα ορισμένων χωρών του G7. Όπως είπε, πρόκειται για μια θεαματική αλλαγή σε σχέση με την περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά ομόλογα θεωρούνταν «σκουπίδια».
Όλα αυτά, ασφαλώς, αποτυπώνουν μια πλευρά της οικονομικής εικόνας. Είναι όμως η εικόνα που βλέπει και ο πολίτης στην καθημερινότητά του;
Γιατί η ίδια η κ. Σδούκου αναγνώρισε ότι η κοινωνία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με ακρίβεια στα καύσιμα και αυξημένο κόστος ζωής, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να λαμβάνει μέτρα στήριξης, με προτεραιότητα το πετρέλαιο θέρμανσης.
Η αναφορά της στη διεθνή ενεργειακή κρίση, στον πόλεμο στην Ουκρανία και στις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ χρησιμοποιήθηκε ως εξήγηση για τις νέες πιέσεις στην αγορά ενέργειας.
Οι αναβαθμίσεις δεν γεμίζουν από μόνες τους το πορτοφόλι
Το κυβερνητικό αφήγημα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και στην εικόνα που εκπέμπει η χώρα προς τις διεθνείς αγορές.
Και πράγματι, η κ. Σδούκου υποστήριξε ότι οι αναβαθμίσεις της Ελλάδας έχουν ευρύτερη σημασία, καθώς μπορούν να δημιουργήσουν καλύτερες συνθήκες χρηματοδότησης για επιχειρήσεις, να ενισχύσουν τις επενδύσεις και να οδηγήσουν σε ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας.
Το ερώτημα, όμως, είναι πόσο γρήγορα αυτή η βελτίωση «περνά» στην καθημερινότητα του πολίτη.
Διότι για ένα νοικοκυριό που αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος ζωής, το χαμηλότερο επιτόκιο ενός κρατικού ομολόγου αποτελεί μια μακροοικονομική εξέλιξη. Η πραγματική οικονομική του κατάσταση κρίνεται από το τι πληρώνει για θέρμανση, καύσιμα και τις καθημερινές του ανάγκες και από το πόσο από το εισόδημά του απομένει στο τέλος του μήνα.
Και στο βάθος η κάλπη
Η συζήτηση δεν έμεινε, φυσικά, μόνο στην οικονομία.
Η κ. Σδούκου αναφέρθηκε και στις δημοσκοπήσεις, υποστηρίζοντας ότι η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται πάνω από το 30%, δηλώνοντας ότι το κυβερνών κόμμα είναι ικανοποιημένο από την εικόνα, χωρίς ωστόσο να εφησυχάζει.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της στην αυτοδυναμία, την οποία χαρακτήρισε «εφικτή», παρά το γεγονός ότι, όπως σημείωσε, υπάρχει μπροστά μια μακρά προεκλογική περίοδος.
Η εκπρόσωπος της ΝΔ επιχείρησε, πάντως, να μεταφέρει το βάρος από τους δημοσκοπικούς αριθμούς στα προβλήματα της καθημερινότητας.
«Ο μεγάλος μας αντίπαλος είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος κάθε μέρα», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμά της.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό πολιτικό στοίχημα.
Γιατί μπορεί οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης να βλέπουν μια διαφορετική Ελλάδα και οι αγορές να αποτιμούν θετικότερα τη χώρα. Η τελική αξιολόγηση, όμως, θα γίνει από την ίδια την κοινωνία και θα μετρηθεί στην καθημερινότητα.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο καλά εμφανίζονται οι αριθμοί στους πίνακες των αγορών, αλλά πόσο καλύτερα αισθάνεται ο πολίτης στην πραγματική ζωή.
Και αυτό είναι το ερώτημα που μένει μετά τις δηλώσεις της κας Σδούκου: Αλήθεια, για ποια οικονομία μιλάει; Για εκείνη των διεθνών οίκων ή για εκείνη που συναντά καθημερινά ο Έλληνας στο πορτοφόλι του;
