Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2026

Στα ακίνητα έχουν «χτίσει» τον πλούτο τους οι Ελληνες, με περίπου 7 στα 10 ευρώ της περιουσίας των νοικοκυριών να είναι τοποθετημένα σε σπίτια και οικόπεδα και ακόμη ένα σημαντικό μέρος να παραμένει σε μετρητά και τραπεζικές καταθέσεις. Μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα και συνταξιοδοτικά προϊόντα καταλαμβάνουν ένα πολύ μικρότερο κομμάτι του χαρτοφυλακίου της ελληνικής οικογένειας, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, οι καταθέσεις των νοικοκυριών ανέκαμψαν από το χαμηλό των 109,4 δισ. ευρώ που είχαν βρεθεί το 2019 μετά τις σημαντικές εκροές καταθέσεων είτε στο εξωτερικό είτε στο στρώμα, καταγράφοντας αύξηση κατά 47 δισ. ευρώ ή 43%. Παρά τη σημαντική αυτή ανάκαμψη, παραμένουν 31,8 δισ. ευρώ ή 16,9% χαμηλότερα από τα 188,2 δισ. ευρώ του Ιανουαρίου 2009. Μια ερμηνεία είναι η στροφή που παρατηρείται την τελευταία 5ετία σε αμοιβαία κεφάλαια, το ενεργητικό των οποίων έχει αυξηθεί από τα 11,2 δισ. ευρώ το 2021 στα 34 δισ. ευρώ περίπου στα τέλη Αυγούστου, με το μεγαλύτερο μέρος να αποτελεί νέες εισροές, δηλαδή νέο χρήμα, και ένα τμήμα να αποδίδεται στην αποτίμηση των αξιών.

Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, οι επενδύσεις των ελληνικών νοικοκυριών σε μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια αντιστοιχούν μόλις στο 18,9% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. φτάνει στο 35,4%, δηλαδή σχεδόν διπλάσιο επίπεδο. Μία από τις αιτίες –εκτός από το «τραύμα» που άφησε στους Ελληνες η εμπειρία του 1999 με τη φούσκα στο Χρηματιστήριο– είναι η απουσία κινήτρων, τη στιγμή που άλλες ευρωπαϊκές χώρες –11 συνολικά, και κυρίως η Γαλλία, η Σουηδία και η Ιταλία– χτίζουν εδώ και δεκαετίες μια διαφορετική κουλτούρα, προσφέροντας φορολογικά κίνητρα, αφορολόγητα κέρδη και ειδικούς επενδυτικούς λογαριασμούς που ανταμείβουν όσους αποταμιεύουν μακροπρόθεσμα, τοποθετώντας μέρος των χρημάτων τους σε μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και επιχειρήσεις.

Η επιφυλακτικότητα των Ελλήνων να προτιμήσουν επενδυτικά προϊόντα που παραδοσιακά εξασφαλίζουν καλύτερες αποδόσεις αποτυπώνεται και στα νεότερα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2023. Για τη μεγάλη πλειονότητα των νοικοκυριών το ακίνητο παραμένει με διαφορά η βασική μορφή περιουσίας, απορροφώντας στις περισσότερες κατηγορίες νοικοκυριών ανάλογα με το ύψος της περιουσίας τους περίπου τα τρία τέταρτα και σε ορισμένες περιπτώσεις πάνω από το 80% του πλούτου τους. Οι καταθέσεις αποτελούν τη δεύτερη βασική επιλογή, ενώ μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια καταλαμβάνουν πολύ μικρό μέρος της περιουσίας των περισσότερων Ελλήνων και αποκτούν ουσιαστικό βάρος κυρίως στα πιο εύπορα νοικοκυριά.

Πού «χτίζουν» τον πλούτο τους οι Ελληνες-1

Το παράδοξο

Η προσήλωση στο ακίνητο και στην τραπεζική κατάθεση συνυπάρχει, ωστόσο, με ένα φαινομενικά παράδοξο στοιχείο. Αυτό δεν είναι άλλο από την αρνητική αποταμίευση που εμφανίζουν διαχρονικά τα ελληνικά νοικοκυριά. Η τάση αυτή ήταν εύλογη κατά την περίοδο της κρίσης, καθώς εκτός από τη φυγή καταθέσεων στο εξωτερικό, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας έτρωγε από τα έτοιμα στην προσπάθειά του να υποκαταστήσει την απώλεια εισοδήματος. Εντούτοις, το παράδοξο εντοπίζεται στα χρόνια μετά την κρίση, όταν η οικονομία ανακάμπτει σταθερά όλα αυτά τα έτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 η αποταμίευση των νοικοκυριών ήταν αρνητική, στο -2,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι +15,2% στην Ευρωζώνη. Την ίδια στιγμή οι καταθέσεις των νοικοκυριών έχουν αυξηθεί στα 156,4 δισ. ευρώ, ενώ σημαντικά ποσά ιδίων κεφαλαίων εξακολουθούν να κατευθύνονται κάθε χρόνο στην αγορά ακινήτων. Το παράδοξο αυτό βρίσκεται στην καρδιά της συζήτησης για το τι κάνουν τελικά οι Ελληνες τα λεφτά τους.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο του ομίλου Eurobank Τάσο Αναστασάτο, «ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στον ίδιο τον ορισμό της αποταμίευσης, που νοείται μακροοικονομικά ως η διαφορά μεταξύ του διαθέσιμου εισοδήματος και της κατανάλωσης, ενώ οι καταθέσεις αποτελούν τοποθέτηση των χρημάτων σε μια συγκεκριμένη μορφή». Επιπλέον, η αποταμίευση αφορά μια συγκεκριμένη περίοδο και δεν πρέπει να συγχέεται με το απόθεμα πλούτου που έχει συσσωρευθεί στο παρελθόν. Ετσι, ένα νοικοκυριό μπορεί σήμερα να εμφανίζει μηδενική ή ακόμη και αρνητική αποταμίευση και ταυτόχρονα να διαθέτει καταθέσεις ή ακίνητη περιουσία που δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Η αξία της τελευταίας μπορεί μάλιστα να έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω της ανόδου των τιμών στην αγορά κατοικίας.

Η παραοικονομία

Μια πρόσθετη παράμετρος είναι η έκταση της παραοικονομίας, η οποία δυσκολεύει τη μέτρηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και κατ’ επέκταση της αποταμίευσης. Παλαιότερη μελέτη της Eurobank για την αποταμίευση στην Ελλάδα επισημαίνει ότι η εκτεταμένη φοροδιαφυγή, η οποία συνδέεται μεταξύ άλλων με τη μεγάλη παρουσία μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων, δημιουργεί προβλήματα στην εκτίμηση του εισοδήματος των νοικοκυριών. Σε κάθε περίπτωση, η έκταση της παραοικονομίας αποτελεί μέρος της εξήγησης για την ανθεκτικότητα που εμφανίζει η ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα, παρά την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών.

Οι φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν το 2024 –για το 2025 δεν υπάρχουν δημοσιευμένα στοιχεία– εμφανίζουν συνολικά δηλωθέντα εισοδήματα περίπου 106,1 δισ. ευρώ. Σχεδόν 3,14 εκατ. φορολογούμενοι, ή το 46,6% του συνόλου, δήλωσαν εισόδημα έως 10.000 ευρώ, ενώ περισσότεροι από 830.000 εμφάνισαν μηδενικό εισόδημα. Οι αριθμοί αυτοί δεν μπορούν να συγκριθούν ευθέως με το διαθέσιμο εισόδημα που υπολογίζει η ΕΛΣΤΑΤ, η οποία ενσωματώνει εκτιμήσεις για την οικονομική δραστηριότητα που δεν καταγράφεται πλήρως στις φορολογικές δηλώσεις. Η εικόνα των φορολογικών δηλώσεων αναδεικνύει τη μεγάλη απόσταση που υπάρχει σε συγκεκριμένες κατηγορίες μεταξύ δηλωθέντων και τεκμαρτά προσδιοριζόμενων εισοδημάτων. Περισσότεροι από τους μισούς ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις φορολογήθηκαν με βάση το νέο τεκμαρτό σύστημα, ενώ συνολικά περίπου 1,29 εκατ. φορολογούμενοι φορολογήθηκαν με βάση τεκμήρια για εισόδημα κατά περίπου 4,2 δισ. ευρώ μεγαλύτερο από αυτό που είχαν δηλώσει.

Ο αδηφάγος πληθωρισμός

Ενα τρίτο στοιχείο στην ίδια εξίσωση είναι η νοοτροπία διαχείρισης του χρήματος, καθώς η ασφάλεια που προσφέρει η τραπεζική κατάθεση έχει και ένα κόστος, το οποίο έγινε ιδιαίτερα ορατό στα χρόνια του υψηλού πληθωρισμού. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, την τετραετία 2022-2025 οι καταθέσεις των ελληνικών νοικοκυριών έχασαν περισσότερα από 23 δισ. ευρώ αγοραστικής δύναμης, καθώς οι αποδόσεις τους δεν ήταν αρκετές για να αντισταθμίσουν την άνοδο των τιμών.

Ειδικά για το 2025 οι απώλειες υπολογίζονται στα 3,9 δισ. ευρώ, καθώς το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο για συνολικές καταθέσεις ύψους 155 δισ. ευρώ ήταν μόλις 0,31%, περιορίζοντας τις εισπράξεις από τόκους κοντά στα 480 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, με τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 2,9%, η πραγματική απόδοση των καταθέσεων ήταν -2,5%, γεγονός που μεταφράζεται σε απώλεια αγοραστικής δύναμης σχεδόν 3,9 δισ. ευρώ μέσα σε ένα χρόνο. Η χρονιά με τις μεγαλύτερες απώλειες ήταν το 2022, όταν ο πληθωρισμός που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση μετά την επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε εκτιναχθεί στο 9,2%. Για το σύνολο της 4ετίας υπολογίζεται ότι οι αποταμιευτές εισέπραξαν συνολικά περίπου 2 δισ. ευρώ από τόκους, αλλά λόγω πληθωρισμού η αγοραστική δύναμη των καταθέσεών τους μειώθηκε κατά περίπου 23 δισ. ευρώ. Η τάση αυτή συνεχίζεται και το 2026, καθώς η μέση απόδοση ακόμη και των προθεσμιακών καταθέσεων υπολείπεται άνω του 50% τουλάχιστον του μέσου πληθωρισμού που έκλεισε τον Αύγουστο στο 3,8%.

Xωρίς επενδυτική κουλτούρα

Το κόστος, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης. Υπάρχει και το κόστος ευκαιρίας από την επιλογή της κατάθεσης έναντι επενδύσεων που μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, αναλαμβάνοντας βεβαίως και μεγαλύτερο κίνδυνο. Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Η προτίμηση στην ασφάλεια των καταθέσεων –που εκδηλώνεται με μεγαλύτερη ένταση στη χώρα μας– αποτελεί ευρύτερο ευρωπαϊκό χαρακτηριστικό και, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της ING, έχει σημαντικό κόστος για τον πλούτο των νοικοκυριών. Σύμφωνα με την ING, αν τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης είχαν επενδύσει σε επενδυτικά κεφάλαια μόλις το 25% των χρημάτων που διοχέτευσαν σε καταθέσεις από το 2002 έως το 2025, ο συνολικός πλούτος τους θα ήταν σήμερα κατά 1,17 τρισ. ευρώ υψηλότερος, ποσό που αντιστοιχεί στο 7,4% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Εάν το ίδιο μέρος των αποταμιεύσεων είχε κατευθυνθεί σε εισηγμένες μετοχές, το δυνητικό όφελος θα έφτανε στα 2,79 τρισ. ευρώ ή στο 17,7% του ΑΕΠ. Οι υπολογισμοί αυτοί αποτυπώνουν το ιστορικό κόστος ευκαιρίας της προτίμησης στις καταθέσεις και όχι εγγυημένες αποδόσεις, καθώς οι επενδύσεις στις αγορές συνεπάγονται υψηλότερο κίνδυνο.