Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2026

Η Πολωνία δείχνει για ακόμη μία φορά ότι επιλέγει να κινηθεί με διαφορετική ταχύτητα από την υπόλοιπη Ευρώπη. Μετά την αυστηρή και πετυχημένη πολιτική που ακολούθησε στο μεταναστευτικό, η Βαρσοβία ανοίγει τώρα ένα ακόμη μεγάλο μέτωπο, αυτή τη φορά στον τομέα της άμυνας, βάζοντας ως στόχο να δημιουργήσει τον ισχυρότερο χερσαίο στρατό στην Ευρώπη.

Η Βαρσοβία στρέφει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των αμυντικών της δαπανών προς την εγχώρια παραγωγή, αλλά και προς εταιρείες της Κεντρικής Ευρώπης, επιδιώκοντας να διασφαλίσει ότι θα μπορεί να αποκτά γρήγορα όπλα, πυρομαχικά και στρατιωτικό εξοπλισμό σε περίπτωση μιας μεγάλης κρίσης.

Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και της αντίληψης της πολωνικής κυβέρνησης ότι η Ρωσία αποτελεί άμεση και υπαρξιακή απειλή για τη χώρα.

Σύμφωνα με στοιχεία της πολωνικής Υπηρεσίας Εξοπλισμών που επεξεργάστηκε το Reuters, οι αμυντικές προμήθειες από πολωνικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων κοινοπραξιών με επιχειρήσεις από άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, ανήλθαν πέρυσι σε 30,4 δισ. ζλότι, περίπου 8,15 δισ. δολάρια. Το ποσό αυτό είναι σχεδόν τετραπλάσιο σε σχέση με το 2022.

«Χτίζουμε τον μεγαλύτερο χερσαίο στρατό στην Ευρώπη», δήλωσε στο Reuters ο υφυπουργός Κρατικής Περιουσίας Κόνραντ Γκολότα, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία που αποκτά για τη Βαρσοβία όχι μόνο η χρήση ενός οπλικού συστήματος από τις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και το εάν αυτό κατασκευάζεται στην Πολωνία.

Στα 53 δισ. ευρώ οι φετινές αμυντικές δαπάνες

Η Πολωνία ανεβάζει σημαντικά τον λογαριασμό για την άμυνα. Για το 2026 προβλέπεται να διαθέσει περίπου 53 δισ. ευρώ, έναντι 44 δισ. ευρώ το 2025.

Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 4,7% του πολωνικού ΑΕΠ και κατατάσσει τη χώρα στην τέταρτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τις βασικές αμυντικές δαπάνες, πίσω από τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία.

Η Βαρσοβία εξακολουθεί να επενδύει σε μεγάλα αμερικανικά οπλικά συστήματα, όπως οι Patriot, τα άρματα Abrams και τα μαχητικά F-35. Ωστόσο, παράλληλα αλλάζει προτεραιότητες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε συστήματα που μπορούν να παραχθούν γρήγορα και σε μεγάλες ποσότητες.

Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον τα drones, τα πυρομαχικά και άλλα είδη εξοπλισμού που καταναλώνονται μαζικά σε έναν σύγχρονο πόλεμο.

Η νέα στρατηγική: παραγωγή πιο κοντά στην Πολωνία

Η πολωνική επιλογή εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή προσπάθεια ανασυγκρότησης της αμυντικής βιομηχανίας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι οι σύγχρονες συγκρούσεις μπορούν να εξαντλήσουν με ταχύτητα τα αποθέματα πυρομαχικών και να αναδείξουν τις αδυναμίες των υφιστάμενων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Για τη Βαρσοβία, επομένως, η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής δεν αφορά μόνο την οικονομία, αλλά και την ασφάλεια του εφοδιασμού σε περίπτωση πολέμου.

«Δεν πρόκειται απλώς για μια επένδυση ώστε να εξασφαλίσουμε ότι διαθέτουμε μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία, η οποία λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη για την πολωνική οικονομία, αλλά για ζήτημα ανεξαρτησίας της εφοδιαστικής αλυσίδας», δήλωσε ο υπουργός Άμυνας και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Βουαντίσουαφ Κοσινιάκ-Καμίς.

Όπως εξήγησε, η συγκεκριμένη πολιτική επιτρέπει στην Πολωνία να εξασφαλίζει ανεξάρτητο εφοδιασμό της πρώτης γραμμής, εφόσον υπάρξει ανάγκη.

Μέχρι πρόσφατα, η χώρα βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις κρατικές βιομηχανίες, όπως η PGZ, αλλά και σε αμερικανικούς προμηθευτές. Πλέον, όμως, εταιρείες από την Τσεχία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία αποκτούν μεγαλύτερο ρόλο στην πολωνική αγορά.

Οι μεγάλες συμφωνίες με την τσεχική CSG

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο τσεχικός αμυντικός όμιλος CSG, ένας από τους σημαντικούς προμηθευτές πυρομαχικών προς την Ουκρανία.

Η εταιρεία έχει υπογράψει σειρά συμφωνιών για την ενίσχυση της παραγωγικής της παρουσίας στην Πολωνία. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται μεταφορά τεχνολογίας για την παραγωγή προωθητικών υλών στη MESKO, θυγατρική της PGZ, καθώς και συνεργασία με την PGZ για την αύξηση της παραγωγής drones, πυραύλων, πυρομαχικών και τεθωρακισμένων οχημάτων.

Παράλληλα, η πολωνική θυγατρική της CSG απέκτησε την εταιρεία Domar MS, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή αμυντικών εξαρτημάτων.

Τον Αύγουστο, η CSG υπέγραψε συμφωνία άνω των 100 εκατ. ευρώ με την Dezamet, επίσης θυγατρική της PGZ, για την προμήθεια εξαρτημάτων πυρομαχικών πυροβολικού των 155 χιλιοστών. Ακολούθησε ξεχωριστή συμφωνία ύψους 150 εκατ. ευρώ με τη Huta Stalowa Wola για εξοπλισμό οχημάτων μάχης.

Ο διευθύνων σύμβουλος της CSG Polska, Βόιτσεχ Γκρζόνκα, περιέγραψε τις εξελίξεις ως μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής στον τρόπο ανάπτυξης της αμυντικής βιομηχανικής ικανότητας στην Κεντρική Ευρώπη.

Όπως τόνισε, η Πολωνία αποτελεί στρατηγική αγορά για την CSG και βασικό άξονα της μακροπρόθεσμης επέκτασης της παραγωγικής της δυναμικότητας.

Νέα εργοστάσια για πυρομαχικά και αεράμυνα

Η στροφή της Πολωνίας προς την περιφερειακή παραγωγή δεν περιορίζεται στην CSG.

Η πολωνική Grupa Niewiadow, μέσω της Niewiadow PGM, δημιουργεί νέα γραμμή παραγωγής πυρομαχικών των 155 χιλιοστών σε συνεργασία με την KNDS Ammo France. Η παραγωγή αναμένεται από το επόμενο έτος να φτάσει τις 180.000 οβίδες ετησίως.

Παράλληλα, η PGZ ανακοίνωσε τον Μάρτιο συνεργασία με την εσθονική Frankenburg Technologies για την κατασκευή στην Πολωνία συστημάτων αεράμυνας εξαιρετικά μικρού βεληνεκούς.

Η τάση αυτή αποτυπώνει την προσπάθεια της Βαρσοβίας να μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής παραγωγής σε χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά κοντά και θεωρούνται αξιόπιστοι εταίροι.

Ο Ζντένεκ Ροντ, ειδικός σε θέματα άμυνας στο Πανεπιστήμιο CEVRO της Πράγας, εκτιμά ότι η Πολωνία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της προσπάθειας για «near-shoring» της στρατιωτικής παραγωγής στην Ευρώπη.

Η λογική είναι η παραγωγή να μεταφέρεται πιο κοντά στον τελικό χρήστη και σε φιλικές χώρες, ώστε οι εφοδιαστικές αλυσίδες να είναι πιο ανθεκτικές σε διεθνείς αναταράξεις.

Και η Rheinmetall επενδύει στην Πολωνία

Στην πολωνική αγορά επεκτείνεται και η γερμανική Rheinmetall, η οποία επικαλείται την αυξανόμενη ζήτηση από το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των πολωνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η εταιρεία δημιουργεί παραγωγική δυναμικότητα στη χώρα και αναπτύσσει περιφερειακό κόμβο συντήρησης και επισκευής χερσαίων οπλικών συστημάτων.

Σύμφωνα με τη Rheinmetall, η πολωνική ζήτηση είναι αρκετά μεγάλη ώστε να δικαιολογεί εγκαταστάσεις πλήρους κλίμακας, οι οποίες μπορούν να ενταχθούν στις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού και να ενισχύσουν συνολικά την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.

Πάνω από 220.000 στελέχη στις πολωνικές Ένοπλες Δυνάμεις

Η στρατιωτική ενίσχυση της Πολωνίας δεν περιορίζεται στις προμήθειες.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας ξεπέρασαν φέτος τα 220.000 στελέχη, κατατάσσοντας την Πολωνία μεταξύ των μεγαλύτερων στρατιωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

Την ίδια ώρα, η Πολωνία και η Εσθονία συγκαταλέγονται στις λίγες χώρες του ΝΑΤΟ που βρίσκονται ήδη κοντά στον στόχο της Συμμαχίας για αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035.

Οι φιλοδοξίες της Βαρσοβίας αποτυπώνονται και στην πρότασή της για κοινή παραγωγή πυραύλων του συστήματος αεράμυνας Patriot με την Ουκρανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το μήνυμα της πολωνικής κυβέρνησης προς τις ξένες αμυντικές εταιρείες είναι πλέον ξεκάθαρο: η πρόσβαση στην τεράστια αγορά εξοπλισμών της χώρας θα πρέπει να συνοδεύεται από επενδύσεις στο εσωτερικό της.

«Αν θέλεις να πουλήσεις στην Πολωνία, πρέπει να επενδύσεις στην Πολωνία, πρέπει να μεταφέρεις τεχνολογία, πρέπει να δουλέψεις μαζί μας σε κοινά πρότζεκτ», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Κόνραντ Γκολότα.

Και το συμπέρασμα της Βαρσοβίας είναι σαφές: όσο περισσότερες παραγωγικές μονάδες και τεχνογνωσία βρίσκονται στην Πολωνία, τόσο μεγαλύτερη θεωρείται η ανθεκτικότητα και η ισχύς της άμυνάς της.