Την ενοχή του 27χρονου κατηγορουμένου για τη θανατηφόρα παράσυρση και εγκατάλειψη της 21 ετών φοιτήτριας, Εμμανουέλας, στην οδό Εγνατία, στη Θεσσαλονίκη, τον Νοέμβριο του 2022, πρότεινε η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Ο 27χρονος, αλβανικής καταγωγής, που κρατείται προσωρινά στις φυλακές Νιγρίτας, κατηγορείται για επικίνδυνη οδήγηση που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο, εγκατάλειψη τροχαίου ατυχήματος και οδήγηση χωρίς άδεια, με την εισαγγελέα της έδρας να προτείνει την ενοχή του για όλες τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται.
Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελικής λειτουργός εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος οδηγός έτρεχε πάνω από το νόμιμο όριο ταχύτητας, αλλιώς -όπως είπε- δεν θα εκσφενδόνιζε την πεζή στο αέρα. «Δεν έτρεχε ούτε με 104 χλμ/ώρα (σ.σ. όπως εκτίμησε ο πραγματογνώμονας) αλλά ούτε με 55 χλμ/ώρα (σ.σ. σύμφωνα με τον τεχνικό σύμβουλο). Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Η ταχύτητα ήταν σημαντική για να προκαλέσει αυτές τις βλάβες» σημείωσε.
Κατά την αγόρευσή της, η εισαγγελέας στάθηκε επίσης στην απόφαση των γονιών της Έμμας να δωρίσουν τα ζωτικά της όργανα μετά τον θάνατό της.
«Ήταν πολυτραυματίας, κατέληξε μετά από πέντε μέρες. Οι γονείς, παρά τον πόνο τους, βρήκαν τη δύναμη να προσφέρουν ζωή σε άλλους ανθρώπους που είχαν ανάγκη, δωρίζοντας τα ζωτικά της όργανα» ήταν τα χαρακτηριστικά λόγια της εισαγγελέως.
«Θόλωσα και την εγκατέλειψα»: Η απολογία του 27χρονου
«Πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά μου, δεν την είχα δει. Πάτησα φρένο και έφυγε το αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα».
«Λυπάμαι για ό,τι έγινε», είπε στην αρχή της απολογίας του και περιέγραψε ότι ήρθε στην Ελλάδα από την Αλβανία πριν από 13χρονια, δεν είχε νόμιμα έγραφα παραμονής, ούτε δίπλωμα οδήγησης.
«Το αυτοκίνητο το είχα από τις 17 Νοεμβρίου και ήμασταν στα παζάρια για την αγορά του. Το πρωί θα το πήγαινα στον μηχανικό για έλεγχο. Δεν είχα καταλάβει ότι ήταν πειραγμένο, μόνο η εξάτμιση έκανε θόρυβο. Είχα ξανά αυτοκίνητο στην Αλβανία και οδηγούσα με δίπλωμα, εδώ όμως δεν είχα δίπλωμα. Δεν είχα χαρτιά και ήμουν παράνομος δε μπορούσα να βγάλω. Έδινα το παρόν στην αστυνομία για μία υπόθεση, είχα κατηγορηθεί ως χρήστης ναρκωτικών πριν τέσσερα – πέντε χρόνια», ανέφερε.
Μιλώντας για τις συνθήκες της φονικής παράσυρσης ανέφερε ότι ήταν σταματημένος στα φανάρια που βρίσκονται στο πανεπιστήμιο και ξεκίνησε με πράσινο, ενώ όταν είδε την άτυχη Έμμα δε μπορούσε να την αποφύγει.
«Βγήκε απότομα στο δρόμο και δε πρόλαβα να τη δω. Πήγαινα το πολύ με 55 χλμ/ώρα. Την είδα δύο δευτερόλεπτα, πάτησα φρένο, έστριψα το τιμόνι για να την αποφύγω αλλιώς θα την έπαιρνα κάτω από το σασί. Πήγε να περάσει απέναντι. Πάτησα φρένα, έστριψα τιμόνι μη την πάρω από κάτω. Γλίστρησε το αμάξι και έπεσε στα άλλα αυτοκίνητα και σε έναν κάδο», ανέφερε.
«Υπήρχαν φώτα αλλά είχε παρκαρισμένα αμάξια και βγήκε απότομα από εκεί. Προχωρούσε δεν ήταν σταματημένη. Δε φαινόταν καθόλου. Πρόσεχα αλλά δεν την είδα καθόλου. Την ώρα που βγήκε μπροστά μου την είδα, αλλιώς θα είχα σταματήσει. Δε περίμενα να βγει, δεν είχε διάβαση. Δε πρόλαβα να δω τι φορούσε. Δεν την είδα καν. Την αντιλήφθηκα στο ένα μέτρο. Δε μιλούσα εκείνη την ώρα με τη συνοδηγό, με τη κοπέλα δε γνωριζόμασταν καν, στο αμάξι ήταν απασχολημένη στο κινητό», σημείωσε.
Σχετικά με την απόφασή του να εγκαταλείψει το θύμα και να φύγει από το σημείο, ανέφερε ότι ταράχθηκε καθώς δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει σε τέτοιες περιπτώσεις. «Δε συμβαίνει κάθε ημέρα να χτυπάμε ανθρώπους να ξέρω τι να κάνω. Ήταν λάθος», είπε, με την πρόεδρο του δικαστηρίου να του λέει ότι «είναι θέμα ανθρωπιάς και όχι γνώσεων». «Τρόμαξα. Θόλωσα. Μόνος μου πήγα στις Αρχές», είπε με τη σειρά του.
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν έβαλε ποτέ όπισθεν στο αυτοκίνητο αλλά πάτησε γκάζι για να φύγει, ενώ κατάλαβε ότι ήταν «πειραγμένο» μετά την παράσυρση.
«Είδα τον κόσμο που μαζεύονταν εκεί. Μετά έμεινε το αμάξι στο Σέιχ Σου και ένας περαστικός μας πήρε από εκεί. Δεν είχε πινακίδες, τις είχα βγάλει για να τις κρύψω. Με ενδιέφερε μόνο το πώς θα κρυφτώ, την πρώτη ώρα. Τις πινακίδες τις πέταξα. Η συνοδηγός ήταν τρομαγμένη. Δε ξέρω γιατί το έκανα αυτό εκείνη την ώρα, ακόμα και τώρα. Τρόμαξα. Με αυτό που είδα, με αυτό που έγινε και με αυτό που θα γινόταν, αν δηλαδή θα ζήσει η κοπέλα ή όχι. Ήθελα να μάθω νέα για αυτό δε γύρισα πίσω. Όχι από τις ειδήσεις, αλλά αν ήμουν μέσα δε θα μπορούσα να μάθω αν είναι καλά ή όχι. Την άλλη ημέρα περίμενα να δω τι θα γίνει με την κοπέλα, πώς θα είναι, αυτά μαθαίνονται έξω».
Σε άλλο σημείο της απολογίας του ο 27χρονος ζήτησε συγγνώμη από την οικογένεια της Εμμας.
