Πα. Ιούν. 12, 2026

Σε κάθε γωνιά της ελεύθερης Κύπρου, οργανώνονται σήμερα εκδηλώσεις μνήμης και τιμής για τους πεσόντες του 1974 και δεήσεις για διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων.

Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, συνοδευόμενος από μέλη του υπουργικού συμβουλίου, παρίσταται στην επίσημη δέηση στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας και, ακολούθως, στο ετήσιο μνημόσυνο για όσους έπεσαν κατά την τουρκική εισβολή. Στα κατεχόμενα πραγματοποιείται στρατιωτική παρέλαση και πανηγυρικές εκδηλώσεις.

Απόβαση χωρίς ουσιαστική άμυνα

Στα απομνημονεύματα του Τούρκου στρατηγού Μπεντρεντίν Ντεμιρέλ, επικεφαλής της 39ης Μεραρχίας Πεζικού, της μονάδας που αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της απόβασης– καταγράφεται με ειλικρινή απορία η απουσία κάθε αμυντικού εμποδίου στις ακτές της Κερύνειας.

Ο Ντεμιρέλ σημείωνε: «Αναρωτιέμαι σήμερα αν τότε εκείνη η ακτή είχε εμπόδια ή ήταν ναρκοθετημένη! Τι θα κάναμε; Ποια άλλη ακτή θα επιλέγαμε και θα ερευνούσαμε; Ήταν ποτέ δυνατόν αφού η επιχείρηση στην Κύπρο θα άρχιζε το πρωί της 20ης Ιουλίου, να ψάχναμε άλλη ακτή και να την ερευνούσαμε κιόλας; Υπήρχε επαρκής χρόνος;». Το απόσπασμα δείχνει την προχειρότητα από τουρκικής πλευράς, αλλά και το σοβαρό έλλειμμα ετοιμότητας από την κυπριακή πλευρά.

Παρά την αναμονή ενός τουρκικού χτυπήματος, δεν υπήρξε ουσιαστική αμυντική προετοιμασία. Στην περιοχή της απόβασης υπήρχαν δύο κυπριακά τάγματα, τα οποία όμως δεν ενεργοποιήθηκαν. Το 281 Τάγμα Πεζικού είχε σταλεί να εντοπίσει τον Μακάριο μετά το πραξικόπημα, ενώ το δεύτερο είχε σαφείς εντολές να παραμείνει αδρανές.

Μέσα στο χάος, το 251 Τάγμα Πεζικού, υπό τον αντισυνταγματάρχη Π. Κουρουπή – αγνοούμενο μέχρι σήμερα – ήταν η μόνη μονάδα που άνοιξε πυρ κατά των Τούρκων, χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο όπλο. Από τα υψώματα του Πενταδάκτυλου, ο τότε υπολοχαγός Αντωνακόπουλος (μετέπειτα Αρχηγός ΓΕΣ), με δική του πρωτοβουλία, ξεκίνησε βολές πυροβολικού, χωρίς εντολή από την ηγεσία. Παράλληλα, άλλες μονάδες δεν κινήθηκαν καν, καθώς δεν είχαν λάβει διαταγές από το ΓΕΕΦ (Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς).

Εισβολή για «κλάματα» και με κλάματα

Παρότι η ελληνοκυπριακή αντίσταση υπήρξε περιορισμένη, οι τουρκικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν σταθερό προγεφύρωμα για αρκετές ώρες. Η Κερύνεια, μόλις 8 χιλιόμετρα από το σημείο της απόβασης, δεν καταλήφθηκε αμέσως. Το βράδυ της 20ής Ιουλίου, οι Τούρκοι βρίσκονταν ακόμη περιορισμένοι σε λωρίδα ακτής 400 μέτρων. Καμία οργανωμένη αντεπίθεση δεν έγινε, ενώ οι επιθέσεις της Εθνικής Φρουράς στόχευαν αλλού και ήταν σποραδικές.

Η τουρκική αεροπορία είχε απόλυτη εναέρια υπεροχή, αφού δεν υπήρχε ελληνική αντίδραση. Τα δύο ελληνικά υποβρύχια που είχαν αποσταλεί δεν έλαβαν εντολή εμπλοκής και επέστρεψαν. Τα νεοαποκτηθέντα ελληνικά Phantom παρέμειναν καθηλωμένα. Ήταν μια στρατιωτική επιχείρηση που, παρά τα τεράστια στρατηγικά της μειονεκτήματα, ευνοήθηκε από το απόλυτο κενό συντονισμού και πολιτικής βούλησης της ελληνικής πλευράς.

Στη Γενεύη άρχισαν πυρετώδεις διαβουλεύσεις για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης υπό την αιγίδα του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Τζον Κάλαχαν. Η ελληνοκυπριακή πλευρά, εκπροσωπούμενη από τον Γλαύκο Κληρίδη, αξίωσε για πρώτη φορά μετά το 1963 εφαρμογή των Συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου και του Κυπριακού Συντάγματος. Η Τουρκία αρνήθηκε και προέβαλε το πάγιο αίτημά της για γεωγραφικό χωρισμό του νησιού.

Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Τουράν Γκιουνές αντιπρότεινε σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία θα ήταν δικοινοτικό ομοσπονδιακό κράτος πολλών καντονιών, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι θα έλεγχαν το 34% περίπου του νησιού. Ο Κληρίδης ζήτησε αναβολή 36 ή 48 ωρών, για να συμβουλευτεί το Υπουργικό Συμβούλιο. Οι Τούρκοι απέρριψαν το αίτημά του και ακολούθως σε μια προσχεδιασμένη κίνηση, αφού πρώτα απέσυρε την αντιπροσωπεία της, προχώρησε στις 14 Αυγούστου, και στο δεύτερο κύμα εισβολής υπό την κωδική ονομασία «Αττίλας 2» με την κατάληψη της Μόρφου, της Αμμοχώστου και της Καρπασίας.