Πα. Ιούν. 12, 2026

Έντονη ανησυχία προκάλεσε το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών (ECDC). Σύμφωνα με πρόσφατη ενημέρωση του οργανισμού, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις 5 ευρωπαϊκές χώρες όπου εξαπλώνεται ραγδαία στα νοσοκομεία ο μύκητας Candidozyma auris (σ.σ. η σύγχρονη ονομασία του μύκητα Candida auris).

Παρόλα αυτά, η μάχη της Ελλάδας με τον συγκεκριμένο αλλά κι άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς, δεν είναι κάτι νέο. Βάσει πληθώρας ερευνών, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πρώτη σε θανατηφόρες λοιμώξεις στην Ε.Ε. εξαιτίας ανθεκτικών μικροβίων, ένα πρόβλημα που κατά κύριο λόγο οφείλεται στην αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών.

Τα κρούσματα

Βάσει όσων αναγράφονται στην έρευνα του ECDC, ο μύκητας Candida auris, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2019, όταν καταγράφηκαν τρία κρούσματα. Έκτοτε, η εξάπλωση του συγκεκριμένου παθογόνου είναι ραγδαία: το 2020 καταγράφηκαν 13 κρούσματα, το 2021 καταγράφηκαν 58 κρούσματα, το 2022 καταγράφηκαν 327 κρούσματα, το 2023 καταγράφηκαν 451 κρούσματα και το 2024 καταγράφηκαν 852 κρούσματα.

Την περίοδο 2019-2023, μόνο στην Ισπανία καταγράφηκαν περισσότερα κρούσματα από τη χώρα μας. Στην ίδια έρευνα, σημειώνεται επίσης πως η Ελλάδα, όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Ρουμανία, «ανέφεραν ότι δεν ήταν πλέον δυνατόν να διακριθούν συγκεκριμένες εστίες σε μια κατάσταση περιφερειακής ή εθνικής ενδημίας», γεγονός που αναδεικνύει την έξαρση των κρουσμάτων τα τελευταία χρόνια.

Εξαπλώθηκε

Σε ότι αφορά την Ελλάδα, στην έρευνα αναγράφεται πως «κατά την επίσκεψη του ECDC στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 2024, το C. auris είχε εξαπλωθεί σε όλο το σύστημα υγείας, με εκατοντάδες κρούσματα να έχουν εντοπιστεί σε διάφορα νοσοκομεία». Μάλιστα, «ένα κέντρο αποκατάστασης που επισκέφθηκε το ECDC είχε δεχθεί τόσο μεγάλο αριθμό ασθενών που είχαν ήδη αποικιστεί ή μολυνθεί με C. auris από νοσοκομεία, ώστε ήταν απαραίτητο να οριστεί ένας ειδικός χώρος για τη φροντίδα τους».

«Είναι ανθεκτικός»

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ, Χρήστος Χατζηχριστοδούλου, σχολίασε στο iEidiseis.gr πως o μύκητας Candida auris, είναι «ένα παθογόνο, στο σύνολο των παθογόνων που μεταδίδονται νοσοκομειακά. Περιλαμβάνεται κι αυτός στις νοσοκομειακές λοιμώξεις». Κάτι ανησυχητικό -και- με τον συγκεκριμένο παθογόνο, είναι πως «είναι ανθεκτικός.

Αυτό σημαίνει πως δεν έχουμε πολλά φάρμακα να τον θεραπεύσουμε. Έχουμε κι άλλα πολυανθεκτικά παθογόνα που δημιουργούν πρόβλημα στη θεραπεία τους». Άλλωστε, ο Candida auris, «είναι συχνά ανθεκτικός σε πολλά αντιμηκητιασικά φάρμακα».

Ο ρόλος της υγιεινής

Αυτοί που κατά κύριο λόγο πλήττονται από τον συγκεκριμένο μύκητα σύμφωνα με τον κ. Χατζηχριστοδούλου, είναι «ασθενείς που νοσηλεύονται σε εντατικές μονάδες θεραπείας. Ο Candida auris μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη -συχνά και βαριά λοίμωξη-, ενώ έχουμε και θανάτους».

Ανησυχητικό είναι επίσης πως «πρόκειται για ένα δύσκολο παθογόνο, που μεταδίδεται και από ασθενή σε ασθενή, γι’ αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στους χειρισμούς, όπως πλύσιμο χεριών από ασθενή σε ασθενή. Επίσης, έχουμε ξεκινήσει και ελέγχουμε τη φορεία των νέων ασθενών που εισέρχονται σε ειδικές μονάδες.

Δηλαδή, ελέγχουμε αν φέρουν το συγκεκριμένο ή κάποιο άλλο παθογόνο, προκειμένου να τους χειριζόμαστε ξεχωριστά». Όπως φαίνεται όμως -και- το συγκεκριμένο παθογόνο, έχει την ικανότητα να επιμένει σε διάφορες επιφάνειες, όπως ο ιατρικός εξοπλισμός.

Όπως σχολίασε ο κ. Χατζηχριστοδούλου, «μια φορά τον χρόνο, οι μονάδες κάνουν βαθύ καθαρισμό ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Είμαστε και στην τελική φάση της έκδοσης σχετικών οδηγιών, που αφορούν την καθαριότητα και την απολύμανση. Σίγουρα όμως, η υγιεινή παίζει σημαντικό ρόλο στην ύπαρξη των παθογόνων και πρέπει να επικεντρωθούμε στην καθαριότητα των επιφανειών».

Πρώτη η Ελλάδα

Πάντως, η εξάπλωση του Candida auris οφείλεται και στη μικροβιακή αντοχή, που είναι η ικανότητα των μικροοργανισμών να αντιστέκονται στις επιδράσεις των αντιμικροβιακών φαρμάκων. Ένα φαινόμενο που λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις διεθνώς, αλλά και στη χώρα μας.

Σύμφωνα με μια μελέτη – ορόσημο στην οποία συμμετείχαν 500 ερευνητές από όλο τον κόσμο -και από τη χώρα μας- και η οποία δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 στο επιστημονικό περιοδικό Lancet, υπολογίζεται πως έως το 2050, θα πεθάνουν περισσότεροι από 39 εκατομμύρια άνθρωποι εξαιτίας των υπερβακτηρίων. Πρόκειται για κάτι που σύμφωνα με την έρευνα, οφείλεται στη μη αποτελεσματικότητα των αντιβιοτικών, εξαιτίας της αλόγιστης χρήσης τους.

Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με την έρευνα, περίπου το 75% των λοιμώξεων που οφείλονται στη μικροβιακή αντοχή, συνδέονται με νοσοκομειακές λοιμώξεις. Ιδιαιτέρως αποθαρρυντικά είναι τα δεδομένα που αφορούν και τη χώρα μας. Σύμφωνα με έρευνα του ECDC που δημοσιεύθηκε το 2023, η Ελλάδα παρέμενε πρώτη σε θανατηφόρες λοιμώξεις στην Ε.Ε. εξαιτίας ανθεκτικών ή πολυανθεκτικών μικροβίων, καταγράφοντας 20 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους.

Το ακόμη χειρότερο είναι πως σύμφωνα με την έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Lancet, εφόσον δεν υπάρξει κάποια δραστική αλλαγή τα επόμενα χρόνια, η Ελλάδα θα συγκαταλέγεται το 2050 στις ελάχιστες χώρες παγκοσμίως όπου θα καταγράφονται περισσότεροι από 30 θάνατοι ανά 100.000 κατοίκους.