Στο επίκεντρο της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος βρίσκονται πλέον οι δύο πρώην προστατευόμενοι μάρτυρες της υπόθεσης Novartis, οι οποίοι αυτή την περίοδο δικάζονται σε δεύτερο βαθμό για τον ρόλο τους στην πολύκροτη υπόθεση, ανοίγοντας νέο κεφάλαιο στις εξελίξεις.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Αρχή αποφάσισε το «πάγωμα» όλων των περιουσιακών τους στοιχείων εντός Ελλάδας, αλλά και των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούν στην Ελβετία. Πρόκειται για τους μάρτυρες με τους κωδικούς «Μάξιμος Σαράφης» και «Αικατερίνη Κελέση», των οποίων οι καταθέσεις είχαν εμπλέξει πολιτικά πρόσωπα στην υπόθεση.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η απόφαση βασίζεται στην εκτίμηση πως τα χρήματα που φέρεται να έλαβαν οι μάρτυρες από τις αμερικανικές αρχές για την υπόθεση Novartis συνδέονται άμεσα με τις μαρτυρίες που έδωσαν στην ελληνική δικαιοσύνη. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι όταν τους παραχωρήθηκε η ιδιότητα του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος δεν πληρούσαν τα κριτήρια, καθώς υπήρχε ενδεχόμενο οικονομικού κινήτρου.
Η εντολή δέσμευσης έχει ήδη αποσταλεί τόσο στις ελληνικές όσο και στις ελβετικές τράπεζες, σηματοδοτώντας νέα φάση στις έρευνες. Παράλληλα, ανοίγει και φρέσκια ποινική διερεύνηση για τις δύο συγκεκριμένες προσωπικότητες, καθώς η Αρχή απέστειλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών αναλυτικό πόρισμα για τη διενέργεια έρευνας σχετικά με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα – κακούργημα που συνιστά ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Στο ίδιο πλαίσιο, δόθηκε εντολή δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και για άλλα 12 πρόσωπα, στους λογαριασμούς των οποίων φέρονται να έχουν καταλήξει χρηματικά ποσά που σχετίζονται με την «αμοιβή» των δύο πρώην προστατευόμενων μαρτύρων, χωρίς τεκμηριωμένη αιτιολόγηση. Για τα πρόσωπα αυτά η Αρχή ζητά περαιτέρω έλεγχο από την αρμόδια εισαγγελική αρχή για πιθανή συνέργεια σε ξέπλυμα χρήματος, αδίκημα που επίσης διώκεται σε βαθμό κακουργήματος.
Πώς ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση
Οι διαδικασίες φαίνεται να επιταχύνθηκαν πριν από δύο περίπου μήνες, όταν οι δύο πρώην μάρτυρες καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό σε ποινές φυλάκισης 25 έως 33 μηνών με αναστολή. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η Αρχή άρχισε να ιχνηλατεί τις χρηματικές ροές που φέρονται να έχουν λάβει από τις αμερικανικές αρχές και να εξετάζει αν σχετίζονται με τις καταθέσεις τους στην ελληνική δικαιοσύνη.
Οι έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι μαρτυρίες τους στην Ελλάδα και την Αμερική έχουν κοινή βάση οικονομικού οφέλους. Ακολούθησε συστηματική χαρτογράφηση της διαδρομής των χρημάτων, τα οποία —σύμφωνα με το πόρισμα— προέρχονται από παράνομες πράξεις. Πηγές αναφέρουν ότι τα ποσά μεταφέρονταν σε ελβετικούς λογαριασμούς, με το «ύποπτο» χρηματικό ποσό για τον έναν να φτάνει περίπου τα 10 εκατ. ευρώ, ενώ για τη δεύτερη τα 17 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, από την περαιτέρω ανάλυση των χρηματικών κινήσεων εντοπίστηκαν και τα 12 επιπλέον πρόσωπα, στους λογαριασμούς των οποίων κατέληξαν ποσά από 30.000 έως και 500.000 ευρώ, χωρίς να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για τον λόγο της κατάθεσης.
