Πα. Ιούν. 12, 2026

Ο Έλληνας σμήναρχος, κατηγορούμενος για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας, φέρεται να συναντήθηκε με τον Κινέζο πράκτορα στην Αθήνα και να χρησιμοποιούσε ειδικό «τηλέφωνο-σκιά» για επικοινωνία, ενώ λάμβανε χρηματικά εμβάσματα ανάλογα με τη διαβάθμιση των πληροφοριών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Ertnews, η επαφή του Σμηνάρχου με τον Κινέζο σύνδεσμό του έγινε σε ιδιωτικό ταξίδι στο Πεκίνο το 2024. Το ταξίδι ήταν ιδιωτικό, ωστόσο οι στρατιωτικοί οφείλουν να ενημερώνουν τις μονάδες του. Το γεγονός ότι δεν το είχε κάνει, κίνησε υποψίες και «κλειδώθηκε» – όχι μόνο από την Αθήνα – ως ύποπτος κατασκοπείας.

Ο Κινέζος κατάσκοπος εμφανίστηκε ως επιχειρηματίας στον σμήναρχο και αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη του, άρχισε να του ζητάει σταδιακά απόρρητα έγγραφα της υπηρεσίας του. Σε μία από τις συναντήσεις στο Πεκίνο, τού έδωσε και το τηλέφωνο-σκιά, με τις κρυπτογραφημένες εφαρμογές. Σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες, η πληρωμή γινόταν σε κρυπτογραφημένη εφαρμογή που είχε στο κινητό-σκιά. Τα εμβάσματα ήταν σε ευρώ, δολάρια και κρυπτονομίσματα.

Στο πρώτο στάδιο της έρευνας εντοπίστηκαν στο κινητό του εμβάσματα μηνιαία και τριμηνιαία που κυμαίνονταν από 5 έως 15.000 ευρώ, ανάλογα με τη διαβάθμιση των απόρρητων εγγράφων, ενώ δεν αποκλείεται να βρεθούν και μεγαλύτερα ποσά όσο προχωράει η έρευνα.

Η συνάντηση στην Αθήνα

Ο Κινέζος κατάσκοπος το 2025 παραβρέθηκε σε συνέδριο σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα και έκανε μια ενδιάμεση στάση στην Αθήνα για λίγες ώρες όπου συναντήθηκαν οι δύο άνδρες. Ερευνάται αν σε εκείνη τη συνάντηση το στέλεχος των Ενόπλων Δυνάμεων τού έδωσε απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα.

Εν τω μεταξύ, εμβάσματα μέσω κρυπτονομισμάτων αναζητούν οι υπηρεσίες ασφαλείας στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης έρευνας για να βρεθούν τα ίχνη των αμοιβών που λάμβανε ο αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας που συνελήφθη με την κατηγορία ότι πουλούσε απόρρητες πληροφορίες στον Κινέζο στρατολόγητή του.

Καλά πληροφορημένες πηγές εκτιμούν ότιοι αμοιβές ξεπερνούσαν τα 10.000 ευρώ. Παράλληλα, εξετάζεται εάν είχε λάβει χρήματα σε μετρητά σε συναντήσεις που φέρεται να είχε με τον Κινέζο. Και αυτό διότι εκτός από το ταξίδι «αναψυχής» που είχε κάνει ο στρατιωτικός το 2024 στην Κίνα, υπάρχουν ενδείξεις για ταξίδι που είχε κάνει ο Κινέζος στρατολογητής στην Αθήνα.

Αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον δύο φορές μπορεί να υπήρξαν δοσοληψίες με μετρητά. Στο ταξίδι που έκανε ο αξιωματικός στην Κίνα εκτιμάται ότι του δόθηκαν συγκεκριμένες πληροφορίες για το ειδικό λογισμικό κρυπτογράφησης που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει και για τον τύπο του κινητού τηλεφώνου που θα έπρεπε να προμηθευτεί.

Ο Κινέζος φρόντιζε να είναι «αόρατος» και αρχικά τουλάχιστον συστήθηκε ως επιχειρηματίας που ασχολείται με θέματα στρατιωτικής τεχνολογίας.

«Πληροφοριοδότες»

Αρμόδιες πηγές σημειώνουν ότι μυστικές υπηρεσίες μεγάλων χωρών «σαρώνουν» τους υποψήφιους «πληροφοριοδότες» τους σε όλες τις χώρες του ΝΑΤΟ και προσπαθούν να αλιεύσουν συνεργάτες. Στο πλαίσιο αυτό σαρώνονται και λογαριασμοί στο LinkedIn.

Ο 54χρονος σμήναρχος είχε λογαριασμό στη συγκεκριμένη εφαρμογή και «πάνω-πάνω» στο βιογραφικό του ανέφερε ότι είναι «διαπιστευμένος τακτικός αξιολογητής στον τομέα των συστημάτων επικοινωνίας και πληροφοριών του ΝΑΤΟ».

Οι στρατολογητές στην πρώτη φάση της προσέγγισης των υποψηφίων «πληροφοριοδοτών» τους εμφανίζονται συχνά ως επιχειρηματίες που αναζητούν εξειδικευμένα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων για να τα προσλάβουν έναντι υψηλής αμοιβής σε διάφορες θέσεις σε ιδιωτικές εταιρείες. Όταν στη συνέχεια, αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης και χρηματικής εξάρτησης, τότε ξεκινούν οι «απαιτήσεις» κατασκοπευτικού ενδιαφέροντος.

Επίσης, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές ενημέρωσης, συχνά προσπαθούν να «αλιεύσουν» απόστρατους αξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, διότι τους θεωρούν πιο εύκολα προσεγγίσιμους και ποιοι ανοιχτούς σε προτάσεις. Στη συνέχεια, προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις επαφές τους με εν ενεργεία συναδέλφους τους για να «στρατολογήσουν» άτομα που έχουν πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα και πληροφορίες.

Με απόστρατους

Πλέον η ΕΥΠ ερευνά τυχόν σχέσεις του 54χρονου σμήναρχου που συνελήφθη με απόστρατους συναδέλφους του. Υπενθυμίζεται ότι η παρακολούθησή του στρατιωτικού από μυστικούς πράκτορες της ΕΥΠ ξεκίνησε τον περασμένο Οκτώβριο και ήταν εξαιρετικά δύσκολη, καθώς ο 54χρονος σμήναρχος κινούνταν μέσα σε στρατιωτικές μονάδες.

Τα στελέχη της ΕΥΠ έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να τον επιτηρούν, καθώς είχαν λάβει σήμα από τη CIA ότι είναι ύποπτος για κατασκοπεία. Η σύλληψή του επισπεύστηκε και έγινε αιφνιδιαστικά εντός στρατοπέδου και συγκεκριμένα στο γραφείο του. Στόχος ήταν να μην αντιληφθεί το παραμικρό πριν εμφανιστούν μπροστά του οι πράκτορες που τον παρακολουθούσαν,ούτως ώστε να μην προλάβει να εξαφανίσει τα ίχνη του και κυρίως τη συσκευή που χρησιμοποιούσε.

Ο φόβος ότι είχε συγκεντρώσει «πακέτο» πληροφοριών που ήταν έτοιμο προς διαβίβαση ήταν έντονος. Κατά τη σύλληψή του διαπιστώθηκε ότι είχε δύο κινητά τηλέφωνα. Το ένα ήταν το δικό του και το άλλο το «κατασκοπευτικό» που το είχε κρυφό.

Όταν οι πράκτορες της ΕΥΠ και τα στελέχη του ΓΕΕΘΑ πήραν στα χέρια τους το κινητό διαπίστωσαν την ύπαρξη του λογισμικού και γρήγορα ο σμήναρχος κατάλαβε ότι όλα είχαν τελειώσει. Πολύωρη ανάκριση που διήρκησε μέχρι τα ξημερώματακατέληξε στην ομολογία του.