
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Ενώ καλά κρατεί ο πόλεμος με το Ιραν πέρασε στα ψιλά μια νεα είδηση που στους επιστήμονες έφερε μεγάλη ανησυχία .
Ένα νέο ανησυχητικό δημοσίευμα από διεθνές ιατρικό site φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον φόβο των αναδυόμενων ιών και τη δυνατότητά τους να εξελιχθούν σε σοβαρές απειλές για τη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με επιστήμονες που μελετούν παθογόνους μικροοργανισμούς ζωικής προέλευσης, δύο ιοί που σήμερα βρίσκονται «κάτω από το ραντάρ» θα μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να προκαλέσουν μελλοντικά προβλήματα μεγάλης κλίμακας: ο ιός της γρίπης D και ένας σκυλοκορονοϊός.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι οι συγκεκριμένοι ιοί δεν προκαλούν προς το παρόν εκτεταμένες ή σοβαρές λοιμώξεις στον άνθρωπο. Ωστόσο, αυτό ακριβώς το γεγονός τους καθιστά επικίνδυνους, καθώς μπορούν να κυκλοφορούν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να εντοπίζονται έγκαιρα. Οι ιοί ζωικής προέλευσης έχουν αποδείξει στο παρελθόν ότι μπορούν να μεταλλαχθούν και να αποκτήσουν νέα χαρακτηριστικά, τα οποία διευκολύνουν τη μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλάζοντας ραγδαία το επιδημιολογικό τοπίο.
Ο ιός της γρίπης D εντοπίζεται κυρίως σε ζώα, ιδιαίτερα σε βοοειδή, και μέχρι σήμερα οι περισσότερες ανθρώπινες μολύνσεις που έχουν καταγραφεί ήταν ασυμπτωματικές ή πολύ ήπιες. Τα περιστατικά αφορούσαν κυρίως εργαζόμενους σε κτηνοτροφικές και ζωοτεχνικές μονάδες, γεγονός που δείχνει άμεση σύνδεση με την επαφή ανθρώπων και ζώων. Παρότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ευρείας μετάδοσης στον γενικό πληθυσμό, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι ο εφησυχασμός μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος.
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί ο σκυλοκορονοϊός. Αν και παραδοσιακά θεωρούνταν ότι προσβάλλει μόνο ζώα, έχουν ήδη καταγραφεί ανθρώπινες λοιμώξεις. Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι ότι δεν πραγματοποιούνται συστηματικοί διαγνωστικοί έλεγχοι, με αποτέλεσμα η πραγματική έκταση των μολύνσεων να παραμένει άγνωστη. Αυτό δημιουργεί ένα «αόρατο φορτίο» ιών στον πληθυσμό, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βάση για μελλοντική εξάπλωση.
Το κοινό μήνυμα των επιστημόνων είναι ξεκάθαρο: η προετοιμασία δεν πρέπει να ξεκινά όταν μια νέα επιδημία έχει ήδη ξεσπάσει. Αντίθετα, απαιτείται ενίσχυση της επιδημιολογικής επιτήρησης, ανάπτυξη αξιόπιστων διαγνωστικών τεστ, καλύτερη καταγραφή των κρουσμάτων και επένδυση στην έρευνα για πιθανά εμβόλια και θεραπείες. Η έγκαιρη δράση μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ μιας ελεγχόμενης κατάστασης και μιας παγκόσμιας κρίσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προσέγγιση «One Health», η οποία αναγνωρίζει ότι η υγεία του ανθρώπου, των ζώων και του περιβάλλοντος είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Η στενή συνεργασία μεταξύ ιατρών, κτηνιάτρων και περιβαλλοντικών επιστημόνων θεωρείται κρίσιμη για την πρόληψη και τον έγκαιρο εντοπισμό νέων απειλών.
Η νέα αυτή έρευνα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η επόμενη μεγάλη απειλή για την παγκόσμια υγεία μπορεί ήδη να κυκλοφορεί σιωπηλά γύρω μας. Η ετοιμότητα σήμερα, πριν εμφανιστούν μαζικά συμπτώματα και κρίσεις, ίσως αποδειχθεί το πιο ισχυρό μας όπλο για το αύριο.
