Πα. Ιούλ. 10, 2026

Την ενοχή δύο αστυνομικών για τον βιασμό 19χρονης γυναίκας αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, ανατρέποντας την απαλλακτική εισαγγελική πρόταση που είχε προηγηθεί.

Παράλληλα, ένας από τους δύο καταδικασθέντες κρίθηκε ομόφωνα ένοχος και για παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, καθώς διαπιστώθηκε ότι είχε καταγράψει σε βίντεο όσα συνέβησαν, χρησιμοποιώντας κάμερα που βρισκόταν στο τσαντάκι του.

Αντίθετα, ο τρίτος αστυνομικός, ο οποίος κατηγορούνταν για συνέργεια στην υπόθεση, απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες με απόφαση κατά πλειοψηφία.

Μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας, το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση, προκειμένου να εξετάσει στη συνέχεια το ενδεχόμενο αναγνώρισης ελαφρυντικών στους δύο καταδικασθέντες και να προχωρήσει στην επιβολή των ποινών.

Η εισαγγελική πρόταση που δεν έγινε δεκτή

Κατά την αγόρευσή του, ο εισαγγελέας είχε εισηγηθεί την απαλλαγή των κατηγορουμένων, εστιάζοντας στη συμπεριφορά της καταγγέλλουσας. Υποστήριξε ότι, σύμφωνα με την εκτίμησή του, δεν προέκυψε πως η 19χρονη εξέφρασε αντίσταση ή προσπάθησε να αποχωρήσει από τον χώρο, παρότι, όπως ανέφερε, βρισκόταν μόνη της, ενώ η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη και μισάνοιχτη.

Επισήμανε επίσης ότι σε μικρή απόσταση λειτουργούσε γραφείο αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας, από το οποίο –κατά την άποψή του– θα μπορούσε να ζητήσει βοήθεια. Ο ίδιος υποστήριξε ακόμη πως η συνολική εικόνα που σχημάτισε από την ακροαματική διαδικασία δεν αντιστοιχούσε, όπως είπε, στη συμπεριφορά ενός θύματος βιασμού.

Οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις μέσα στη δικαστική αίθουσα. Ο εισαγγελέας διευκρίνισε ότι έργο του δικαστηρίου είναι η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και όχι η ηθική κρίση των κατηγορουμένων, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται πλήρης απόδειξη για την ποινική καταδίκη.

Την ίδια στιγμή, άσκησε έντονη κριτική στους δύο αστυνομικούς για τη συμπεριφορά τους, σημειώνοντας ότι εξέθεσαν την Ελληνική Αστυνομία και παραβίασαν σοβαρά τις υποχρεώσεις τους ως δημόσιοι λειτουργοί. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ακόμη και αν οι σεξουαλικές επαφές ήταν συναινετικές, οι αστυνομικοί όφειλαν να προστατεύσουν την κοπέλα και να διαφυλάξουν το κύρος της υπηρεσίας, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η ηθική διάσταση μιας πράξης δεν αρκεί από μόνη της για τη στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης.