Η Ουκρανία θα έχει ανάγκη τουλάχιστον 506 δισεκατομμύρια ευρώ για την ανάκαμψη και την ανοικοδόμησή της, έπειτα από τρία χρόνια πολέμου που προκλήθηκε από τη ρωσική εισβολή, σύμφωνα με νέα εκτίμηση που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη από την Παγκόσμια Τράπεζα.
Την εκτίμηση, που καλύπτει την περίοδο ως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, συνυπογράφουν η Παγκόσμια Τράπεζα με τον ΟΗΕ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ουκρανική κυβέρνηση.
Μια νέα μελέτη των θεσμικών οργάνων περιλάμβανε στοιχεία από την εισβολή της Ρωσίας πριν από τρία χρόνια έως τις 31 Δεκεμβρίου, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης κατά 70% των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας από τις ρωσικές επιθέσεις.

Παρουσίασε αύξηση άνω του 7% από την τελευταία εκτίμηση των 486 δισεκατομμυρίων δολαρίων πριν από ένα χρόνο, με τους τομείς της στέγασης, των μεταφορών, της ενέργειας, του εμπορίου και της εκπαίδευσης να είναι οι τομείς που επηρεάζονται περισσότερο.
Κοντά στο μέτωπο, στα ανατολικά, οι ζημιές καταγράφονται στο 72% όλων των τομέων (μεταφορά, ενέργεια, κλπ). Με άλλα λόγια, δύσκολα θα βρεθεί κατοικία ή κατάστημα ή άλλη εγκατάσταση που δεν έχει ζημιές ή -στη χειρότερη περίπτωση- καταστραφεί ολοσχερώς.
Στέγαση και μεταφορές διεκδικούν τη μερίδα του λέοντος του απαιτούμενου ποσού για την αποκατάσταση, με 81 και 75 δισ. ευρώ αντίστοιχα. Ενέργεια, εμπόριο και γεωργία ακολουθούν με κόστος μεταξύ 50 και 70 δισ. ευρώ.
Εντυπωσιακό είναι το κόστος για την απομάκρυνση και τη διαχείριση των ερειπίων που φτάνει τα 12,6 δισ. ευρώ, ενώ τουλάχιστον διπλάσιο είναι το κόστος για την απομάκρυνση επικίνδυνων υλικών που άφησε ο πόλεμος.
Ακόμη, πάντως και μέσα στο μπαράζ των ρωσικών βομβαρδισμών σε υποδομές, αλλά και κατοικημένους χώρους, η κυβέρνηση της Ουκρανίας συνεχίζει να διαθέτει σημαντικά χρηματικά ποσά για την αντιμετώπιση των πιο σοβαρών προβλημάτων.
Για το 2025, και με τη βοήθεια διεθνών δωρητών, θα διαθέσει 7,37 δισ. δολάρια για την κάλυψη άμεσων αναγκών στη στέγαση, την εκπαίδευση, την αποναρκοθέτηση και την πολιτική προστασία. Αλλά και πάλι το χρηματοδοτικό κενό φτάνει τα 10 δισ. δολάρια.
