Πε. Ιούν. 11, 2026

Μια κυβέρνηση που απέτυχε να αποτρέψει τη βία, να προστατεύσει τους ίδιους τους πολίτες της (από την αποτυχημένη πολιτική της στο μεταναστευτικό), αλλά και τους μετανάστες που βρέθηκαν στο στόχαστρο των ταραχών μετά το αιματηρό περιστατικό στο Μπέλφαστ, αναζητά τώρα αλλού τις ευθύνες. Αντί να εξηγήσει γιατί μια ολόκληρη πόλη μετατράπηκε σε πεδίο συγκρούσεων, γιατί κάηκαν σπίτια και περιουσίες και γιατί επικράτησε χάος στους δρόμους, επιλέγει να δείξει με το δάχτυλο τον Έλον Μασκ.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να οξύνουν τα πάθη. Όμως όταν μια κυβέρνηση δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια ούτε των κατοίκων ούτε των μεταναστών που ζουν στη χώρα της, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια ανάρτηση στο διαδίκτυο. Η εύκολη λύση είναι να βρεθεί ένας βολικός ένοχος. Η δύσκολη είναι η αυτοκριτική. Το μόνο σίγουρο, είναι ότι στο τέλος πάντα την πληρώνει ο απλός κόσμος.

Σφοδρή κριτική στον Έλον Μασκ άσκησε η βρετανική κυβέρνηση μετά τα βίαια επεισόδια που συγκλόνισαν το Μπέλφαστ, κατηγορώντας τον ιδιοκτήτη της πλατφόρμας X ότι συνέβαλε στην όξυνση του κλίματος μέσω αναρτήσεων που ενίσχυσαν την ένταση μετά την αιματηρή επίθεση με μαχαίρι στην πόλη, όπου ένας μετανάστης από το Σουδάν μαχαίρωσε και πήγε να αποκεφαλίσει έναν κάτοικο.

Οι ταραχές ξέσπασαν το βράδυ της 9ης Ιουνίου, με αποτέλεσμα να πυρποληθούν κατοικίες, οχήματα και λεωφορείο, ενώ ένας 30χρονος Σουδανός κατηγορείται για απόπειρα ανθρωποκτονίας και έχει ήδη προφυλακιστεί. Την ώρα που η πόλη βρισκόταν σε αναβρασμό, ο Μασκ (όπως και χιλιάδες οργισμένοι άνθρωποι που είδαν το σοκαριστικό και τερατώδες βίντεο) αναπαρήγαγε αναρτήσεις και πληροφορίες για σημεία συγκέντρωσης διαδηλωτών, προκαλώντας αντιδράσεις από πολιτικούς και κυβερνητικά στελέχη.

Η πρόεδρος του Εργατικό Κόμμα, Άνα Τάρλεϊ, υποστήριξε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως καταλύτες στην εξάπλωση της βίας και χαρακτήρισε τον Μασκ έναν από τους «παράγοντες κακής πίστης» που τροφοδοτούν την ένταση χωρίς να βιώνουν οι ίδιοι τις συνέπειες στις τοπικές κοινωνίες. Όπως ανέφερε, όσοι κατέχουν δημόσιο βήμα έχουν ευθύνη να προωθούν την ηρεμία και όχι να ενισχύουν τον διχασμό ή το μίσος.

Ανάλογη ήταν και η τοποθέτηση της υπουργού Δικαιοσύνης της Βόρειας Ιρλανδίας, Ναόμι Λονγκ, η οποία κατήγγειλε ότι χρήστες και λογαριασμοί στα κοινωνικά δίκτυα «εργαλειοποιούν τον φόβο των πολιτών» και συμβάλλουν στην κλιμάκωση της έντασης. Τόνισε μάλιστα ότι οι επιθέσεις σε σπίτια και ανθρώπους με κριτήριο την καταγωγή ή το χρώμα του δέρματος συνιστούν καθαρή μορφή ρατσισμού.