Η μετάβαση στη σύνταξη στα 67 που θα ολοκληρωθεί το 2029 δεν αρκεί για την υπουργό Οικονομίας, Κατερίνα Ράιχε.
Η Ράιχε βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης όχι για τα σχέδια και τις επιτυχίες στην προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας, η οποία μετά τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ μετατίθεται ακόμα πιο πίσω, αλλά για τις απόψεις και προτάσεις της να αυξηθεί το όριο για τη σύνταξη των Γερμανών.
«Οι Γερμανοί θα πρέπει να εργάζονται περισσότερο – εν ανάγκη μέχρι τα 70», είπε η Ράιχε στην κυριακάτικη «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ». Το βασικό της επιχείρημα είναι: «Σε βάθος χρόνου δεν θα βγει σε καλό, εάν εμείς οι Γερμανοί περνάμε το ένα τρίτο της ενήλικης ζωής μας στη σύνταξη».
Το 2029 θα ολοκληρωθεί στη Γερμανία η μετάβαση στη συνταξιοδότηση στα 67. Αλλά αυτό δεν αρκεί για την υπουργό Οικονομίας. Και δεν αρκεί ούτε η συμφωνία των δύο κυβερνητικών εταίρων CDU/CSU και SPD για μία μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού που προωθεί ευέλικτες μορφές για το πέρασμα στη συνταξιοδότηση και το μοντέλο της λεγόμενης «ενεργητικής σύνταξης», που δίνει τη δυνατότητα στα άτομα που έχουν φτάσει στη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης να συνεχίσουν να εργάζονται εθελοντικά και να κερδίζουν πρόσθετο εισόδημα.
Φθινόπωρο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων
Στόχος της κυβέρνησης είναι να σταθεροποιηθεί στο 48% το γενικό επίπεδο συντάξεων, εξηγούσε στην αρχή της εβδομάδας ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος Χίλε. Ο Μερτς έχει προαναγγείλει, ούτως ή άλλως, ένα «φθινόπωρο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων».
Αλλά ο καγκελάριος ενδιαφέρεται και για την εικόνα της κυβέρνησής του. Το τελευταίο που θα ήθελε είναι μία εικόνα ενδοκυβερνητικής φαγωμάρας, σαν αυτήν που οδήγησε στη διάλυση τον τρικομματικό συνασπισμό του προκατόχου του Ολαφ Σολτς. Και αν πιστέψει κανείς την εφημερίδα «Μπιλντ», είναι δυσαρεστημένος με την υπουργό του Ράιχε, η οποία φέρεται να αγνόησε τις οδηγίες του καγκελάριου να αποφευχθεί κάθε παρέμβαση που θα προκαλούσε ενδοκυβερνητικές τριβές.
