Η ενεργειακή κρίση αποτελεί… εφιάλτη. Και αυτό γιατί ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι η ενέργεια αποτελεί τον «σπινθήρα» για τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις.
Η ενέργεια ιστορικά αποτελεί τον «σπινθήρα» για τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις. Η αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας ( πετρέλαιο και φυσικό αέριο) αποτελεί αυτή τη στιγμή τον κυριότερο παράγοντα που επηρεάζει τις κινήσεις στα χρηματιστήρια, περιορίζοντας τόσο την επενδυτική ορατότητα όσο και τη διάθεση για ανάληψη ρίσκου.
Μερίδα διεθνών αναλυτών, όπως η Bank of America, εκφράζουν την ανησυχία τους, μήπως η απότομη άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου δημιουργήσει ένα σκηνικό στις αγορές που θα θυμίζει την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Τότε η τιμή πετρελαίου διπλασιάστηκε στα 140 δολάρια το βαρέλι μέχρι τον Αύγουστο του 2008 από τα 70 δολάρια τον Ιούλιο του 2007, γεγονός που συνέπεσε με το ξεκίνημα των δονήσεων της κρίσης των subprime δανείων που τελικά παρέσυραν τράπεζες όπως τη Bear Stearns.
Συστημικό ρίσκο
Ο πόλεμος στο Ιράν που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου έχει ήδη ωθήσει τις τιμές πετρελαίου σε άνοδο πάνω από 60% φέτος φτάνοντας έως και τα 120 δολάρια, ενώ οι αποδόσεις της Wall Street μοιάζουν με τη συμπεριφορά των τιμών που παρατηρήθηκε από τα μέσα του 2007 έως τα μέσα του 2008, αναφέρει η Bank of America. Οι αγορές ναι μεν έχουν εισήλθε σε συνθήκες αυξημένης μεταβλητότητας, ενισχύοντας παράλληλα το συνολικό συστημικό ρίσκο, αλλά απέχουν πολύ από το σκηνικό του 2008.
Την ίδια ώρα διεθνείς οίκοι, όπως η JP Morgan και η Goldman Sachs προειδοποιούν για πιθανή πτώση του δείκτη αναφοράς παγκοσμίως τον S&P 500 στα όρια της «bear market». Η JP Morgan προειδοποιεί για πιθανή πτώση έως και 15% στον S&P 500 λόγω της αλυσιδωτής επίδρασης που μπορεί να προκαλέσει μια απότομη άνοδος στις τιμές του πετρελαίου, καθώς ένα νέο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να ενεργοποιήσει έναν «ντόμινο» οικονομικών πιέσεων που τελικά θα πλήξει ισχυρά τις μετοχικές αγορές.
Μια ισχυρή πετρελαϊκή κρίση μπορεί να φέρει «βουτιά» 19% στον S&P 500, σύμφωνα με τηνGoldman Sachs. Πάντως ο S&P 500, παγκόσμιος δείκτης αναφοράς έχει υποχωρήσει μόνο κατά 3,96% (κλείσιμο Πέμπτης) μέχρι στιγμής φέτος και περίπου 5% από το ιστορικό υψηλό του, ενώ απέχει ακόμη πολύ από το να φτάσει σε bear market (-20% και πάνω).


Το πετρέλαιο
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί από την έναρξη του πολέμου. Ωστόσο, παραμένουν κάτω από το υψηλότερο επίπεδο που παρατηρήθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η ρωσική εισβολή εκτοξεύει την τιμή στα 139,13 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από το 2008, όταν είχε εκτοξευθεί στο απόλυτο ρεκόρ των 147,50 δολαρίων.
Όμως, οι αγορές δεν προεξοφλούν ακόμη ούτε ένα αποτέλεσμα τύπου 2022, όταν το Brent ήταν πάνω από 100 δολάρια/βαρέλι για περίπου 5 μήνες, ενώ είναι πολύ χαμηλότερα από το ρεκόρ του 2008. Επίσης, σε αντίθεση με τα πετρελαϊκά σοκ τόσο του 2022 όσο και της δεκαετίας του 1970, ο πληθωρισμός είναι γενικά γύρω από τον στόχο.
Τουλάχιστον προς το παρόν, δεν φτάνουμε ακόμη στα ιστορικά όρια που έχουν συμβαδίσει με σημαντικές κινήσεις risk-off σε προηγούμενες πετρελαϊκές κρίσεις. Δεν έχουμε δει ακόμη μια επιθετική στροφή από τις κεντρικές τράπεζες. Και δεδομένου του πόσο νωρίς είναι, δεν έχουμε δει ακόμη εμφανή σημάδια επιδείνωσης των οικονομικών δεομένων.
Η Morgan Stanley
Από την πλευρά της ηMorgan Stanley, εκφράζει την άποψη ότι οι επενδυτές πρέπει να ετοιμάζουν «λίστες για τα… ψώνια τους», εν αναμονή της επανέναρξης της bull market αργότερα φέτος. Εκτιμά ότι σε έξι μήνες, τα πράγματα πιθανότατα θα έχουν ηρεμήσει μετά από αυτήν την αρχική εκτόξευση, όπως ακριβώς συνέβη και μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Είναι σημαντικό, όπως τονίζει ότι η απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου είναι αποτέλεσμα ενός υλικοτεχνικού αδιεξόδου στα Στενά του Χορμούζ και όχι έλλειψης εφοδιασμού. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, οι μετοχές συνήθως αγγίζουν τα χαμηλά τους λίγες μέρες μετά την κορύφωση των τιμών του πετρελαίου.
Η BlackRock
ΗBlackRock εστιάζει στον κίνδυνο ενός στασιμοπληθωριστικού σοκ, αλλά δεν είναι δεδομένος, όπως υποδηλώνει η τιμολόγηση της αγοράς. Πολλές φορές «οι αγορές αναρριχώνται στο τείχος της ανασφάλειας», μια κλασική χρηματιστηριακή ρήση, η οποία έχει επιβεβαιωθεί αρκετές φορές στο παρελθόν ίσως επιβεβαιωθεί και αυτή την περίοδο.
Η χρηματιστηριακή ιστορία δείχνει ότι οι αγορές τείνουν να προεξοφλούν την αβεβαιότητα πριν το γεγονός και να ανακάμπτουν πριν τελειώσουν οι συγκρούσεις. Κάτι τέτοιο επισημαίνει και ηGoldman Sachs: Τα περισσότερα γεωπολιτικά σοκ τα τελευταία χρόνια δεν είχαν μακροχρόνιο αντίκτυπο στα χρηματιστήρια. Η διόρθωση θα αποτελέσει αγοραστική ευκαιρία με σχετικά χαμηλό κίνδυνο.
Μεγάλη διαταραχή
Ηπαγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη διαταραχή στην ιστορία της προσφοράς πετρελαίου λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με την επείγουσα προειδοποίηση που εξέδωσε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA).
Ο εκτελεστικός διευθυντής του Οργανισμού, Φατίχ Μπιρόλ, υπογράμμισε την κρισιμότητα της κατάστασης παρουσιάζοντας μιαδέσμη συγκεκριμένων μέτρων που στοχεύουν στην άμεση προστασία των καταναλωτών και τον περιορισμό της ζήτησης. Η έντονη αστάθεια στις τιμές των καυσίμων και του φυσικού αερίου κλιμακώθηκε μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ.
Το συγκεκριμένο πέρασμα, παρά το περιορισμένο πλάτος του, αποτελεί την κύρια δίοδο για το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, καθιστώντας κάθε εμπλοκή εκεί απειλή για την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα.

Αμεσες παρεμβάσεις
Η κρίση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην αύξηση των λογαριασμών, αλλά αποκαλύπτει τη βαθιά ευαλωτότητα των οικονομιών που εξαρτώνται από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, ο IEA προτείνει δέκα άμεσες παρεμβάσεις που επικεντρώνονται στη μείωση των μετακινήσεων και την υιοθέτηση της τηλεργασίας.
Ήδη, σε χώρες όπως το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές, έχουν εφαρμοστεί δραστικές λύσεις, όπως το πρόωρο κλείσιμο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η καθιέρωση τετραήμερης εργασίας στο δημόσιο και η δραστική περικοπή καυσίμων για κρατικές υπηρεσίες. Αντίστοιχα, στις Φιλιππίνες και την Ταϊλάνδη, οι οδηγίες περιλαμβάνουν ακόμη και τη χρήση σκάλας αντί ανελκυστήρων ή την αύξηση της θερμοκρασίας στα κλιματιστικά, ενώ το Βιετνάμ πιέζει για μαζική στροφή προς την εξ αποστάσεως εργασία.
Οι αερομεταφορές δέχονται επίσης ισχυρό πλήγμα, με τις τιμές των εισιτηρίων να αυξάνονται λόγω των καυσίμων και των μεγαλύτερων διαδρομών που απαιτούνται για την αποφυγή εμπόλεμων ζωνών.
Δημόσιες συγκοινωνίες
Ο Οργανισμός εισηγείται τη μείωση των ορίων ταχύτητας κατά 10 χλμ./ώρα και τη χρήση δημόσιων συγκοινωνιών, ενώ παράλληλα εκφράζει ανησυχία για τα φαινόμενα πανικού στα πρατήρια και τη χαλάρωση των ποιοτικών προτύπων στα καύσιμα. Πέρα από την ενέργεια, η κρίση απειλεί άμεσα την επισιτιστική ασφάλεια, καθώς το κόστος παραγωγής και μεταφοράς τροφίμων επηρεάζεται αλυσιδωτά.
Στην Αίγυπτο η τιμή του σιταριού έχει εκτοξευθεί, ενώ στην Ινδία η έλλειψη αερίου μαγειρέματος αναγκάζει τα εστιατόρια να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας τους. Η παραγωγή λιπασμάτων, που βασίζεται στο φυσικό αέριο, καθίσταται πλέον εξαιρετικά ακριβή, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον αγροτικό τομέα. Ο IEA καταλήγει ότι η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα μέσω ηλεκτρικών λύσεων και σύγχρονων τεχνολογιών αποτελεί πλέον μονόδρομο για την αποφυγή μελλοντικών γεωπολιτικών κραδασμών.
«Τηλεργασία, αργή οδήγηση και μη μαγειρεύετε με γκάζι» συνιστά ο ΔΟΕ
Μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης ενέργειας – από την τηλεργασία έως τη μείωση της οδήγησης και την εγκατάλειψη των κουζινών φυσικού αερίου – προτείνει ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA), προειδοποιώντας ότι η παγκόσμια αγορά πετρελαίου βιώνει τη μεγαλύτερη διαταραχή στην ιστορία της.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και το ουσιαστικό «μπλοκάρισμα» των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, έχουν εκτοξεύσει τις τιμές, με άνοδο άνω του 40% από τα τέλη Φεβρουαρίου.
Όπως επισημαίνει ο Οργανισμός, τα μέτρα ενίσχυσης της προσφοράς, όπως η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, δεν επαρκούν από μόνα τους για να απορροφήσουν το σοκ. Η ταχύτερη και πιο αποτελεσματική απάντηση βρίσκεται στη μείωση της ζήτησης, σημειώνει. Σε αυτό το πλαίσιο, η Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προτείνει ένα πλέγμα παρεμβάσεων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις:
- Τηλεργασία, όπου αυτό είναι εφικτό
- Περιορισμός των μετακινήσεων με ΙΧ και αύξηση της χρήσης μέσων μαζικής μεταφοράς
- Μείωση των αεροπορικών ταξιδιών για μη απαραίτητες μετακινήσεις
- Εναλλακτικές λύσεις μαγειρέματος αντί για υγραέριο

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις οδικές μεταφορές, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 45% της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου. Μέτρα όπως η μείωση των ορίων ταχύτητας, η συνεπιβίβαση (carpooling) και οι περιορισμοί στην κυκλοφορία ιδιωτικών οχημάτων σε αστικά κέντρα μπορούν να έχουν άμεσο αντίκτυπο στην κατανάλωση καυσίμων.
Η ενεργειακή κρίση δεν περιορίζεται στο αργό πετρέλαιο. Οι τιμές σε διυλισμένα προϊόντα όπως το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά, επιβαρύνοντας το κόστος μεταφορών, την εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά τον καταναλωτή. Η κατάσταση έχει ήδη οδηγήσει χώρες στην ενεργοποίηση στρατηγικών αποθεμάτων. Ο Οργανισμός έχει εγκρίνει την αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών, τη μεγαλύτερη παρέμβαση στην ιστορία του, χωρίς ακόμη σαφές χρονοδιάγραμμα για την είσοδο των ποσοτήτων στην αγορά.
Φορολογικά μέτρα
Παράλληλα, κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τον αντίκτυπο στα νοικοκυριά μέσω φορολογικών παρεμβάσεων:
- Η Ισπανία εξετάζει μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα στο 10% από 21%
- Η Ιταλία προχώρησε σε μείωση ειδικών φόρων κατανάλωσης
- Η Γερμανία εξετάζει μέτρα όπως έκτακτη φορολόγηση ενεργειακών εταιρειών
Η κρίση καταδεικνύει την ευαλωτότητα του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος σε γεωπολιτικά σοκ, αλλά και την ανάγκη για ταχύτερη προσαρμογή τόσο σε επίπεδο πολιτικής, όσο και καθημερινής συμπεριφοράς.Όπως υπογραμμίζει ο Οργανισμός, η μείωση της κατανάλωσης δεν αποτελεί απλώς προσωρινό μέτρο διαχείρισης κρίσης, αλλά κρίσιμο εργαλείο για τη σταθεροποίηση των τιμών, τη θωράκιση της ενεργειακής ασφάλειας και τον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο.
