Πε. Ιούλ. 30, 2026

Πολυσύνθετο και με πολλαπλές επιπτώσεις αποδεικνύεται το θέμα της Μονής του Σινά, που βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο της δημοσιότητας και αποτελεί αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων προς την κυβέρνηση για τους μέχρι τώρα (μη) χειρισμούς της.

Ενώ παραμένει ακόμη ασαφές τι προβλέπει η απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου για το ιδιοκτησιακό καθεστώς και την περαιτέρω λειτουργία του μοναστηριού, ερωτηματικά ανακύπτουν όσον αφορά την αφανή εμπλοκή της αιγυπτιακής κυβέρνησης στην υπόθεση και κατά πόσο αυτή υποδηλώνει κάποια αλλαγή προθέσεων στις σχέσεις συνεργασίας της χώρας με την Ελλάδα. 

Πολιτικοί σχολιαστές εκτιμούν ότι μία τόσο σημαντική απόφαση που άπτεται διεθνών διακρατικών σχέσεων δεν θα μπορούσε να εκδοθεί από το επαρχιακό δικαστήριο της Ισμαηλίας ερήμην και εν αγνοία της κυβέρνησης του Καϊρου.

Η Αθήνα, η οποία αύριο αποστέλλει ειδική ομάδα τεχνοκρατών για συνομιλίες, ώστε να διαπιστωθεί ποιες είναι οι προθέσεις του Καΐρου και να ζητήσει να γίνει σεβαστή η συνεννόηση που είχε προηγηθεί για εξωδικαστικό διακανονισμό. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό εάν απαιτηθεί θα μεταβεί στο Κάιρο και ο Υπουργός εξωτερικών Γ.Γεραπετρίτης ώστε σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο είτε να επιχειρηθεί να ξεπερασθούν τα εμπόδια στην διαπραγμάτευση είτε να επικυρωθεί οριστικά και επίσημα η όποια νέα συνεννόηση.

Στο τρίτο άρθρο του διακανονισμού αυτού (πηγή: Καθημερινή) αναγνωριζόταν η ιδιοκτησία της Μονής: «Τα μέρη συμφωνούν ότι, σύμφωνα με την εγγραφή του Μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης στη Λίστα Παγκόσμιας Κληρονομιάς, το Μοναστήρι, τα κτίριά του, τα οικόπεδά του, οι εκκλησίες και τα συναφή κτίρια που αναφέρονται στο συνημμένο και υπογεγραμμένο έγγραφο από τα μέρη αποτελούν ιδιοκτησία του Μοναστηριού που ανήκει στο Ελληνορθόδοξο Δόγμα».

Η Αθήνα επιμένει ότι αυτό το άρθρο πρέπει να αποτελέσει τη βάση των όποιων συνομιλιών και είναι έτοιμη να δεχθεί τυχόν προτάσεις για προσαρμογές από την αιγυπτιακή πλευρά, οι οποίες όμως δεν θα ανατρέπουν τη φιλοσοφία της Συμφωνίας. Ο Κυρ. Μητσοτάκης στην επικοινωνία του με τον πρόεδρο Αλ Σισι τόνισε ότι «… προέχει η διατήρηση του ελληνορθόδοξου και προσκυνηματικού χαρακτήρα της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά..».

Είναι προφανές ότι το Κάιρο, το οποίο άφησε μεθοδικά τον χρόνο να κυλήσει χωρίς να υπογράψει τη Συμφωνία, περιμένοντας την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, θα επικαλεστεί την απόφαση της Αιγυπτιακής Δικαιοσύνης (σ.σ. η οποία, όσον αφορά την Ανεξαρτησία της, βρίσκεται στο στόχαστρο επανειλημμένων αρνητικών εκθέσεων από την Ε.Ε.), ζητώντας δραστικές αλλαγές στο κείμενο, οι οποίες ουσιαστικά θα ανατρέπουν το βασικό σημείο που αφορά την αναγνώριση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Μονής.

Για τις προθέσεις της αιγυπτιακής πλευράς είναι ενδεικτική και η ανακοίνωση της Αιγυπτιακής Προεδρίας, που εκδόθηκε μετά την τηλεφωνική επικοινωνία του Πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο Αλ Σίσι, στην οποία επισημαίνεται:

«…Η επικοινωνία τόνισε την ακλόνητη δέσμευση της Αιγύπτου να διατηρήσει το μοναδικό και ιερό θρησκευτικό καθεστώς της Μονής της Αγίας Αικατερίνης, διασφαλίζοντας ότι αυτό το καθεστώς παραμένει ανέγγιχτο. Η δέσμευση αυτή ενισχύεται από την πρόσφατη δικαστική απόφαση, η οποία ευθυγραμμίζεται με την αφοσίωση της Αιγύπτου στην ιερότητα των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών χώρων και επιβεβαιώνει τη μοναδική κληρονομιά, την πνευματική και θρησκευτική θέση της Μονής της Αγίας Αικατερίνης».

Οικονομικά συμφέροντα

Ο πρόεδρος Αλ Σίσι είχε γνώση του θέματος όταν στις 7 Μαϊου διαβεβαίωνε τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε με το νομικό καθεστώς της Μονής.  Τελευταίες πληροφορίες που δεν έχουν επιβεβαιωθεί, συνδέουν την απόφαση με οικονομικές σκοπιμότητες και με επιχειρηματικά συμφέροντα που αφορούν την τουριστική αξιοποίηση της περιοχής και τη μετατροπή του Σινά σε διεθνή προορισμό πνευματικού, πολιτιστικού και συνεδριακού τουρισμού.

Διαφορετική είναι η άποψη διπλωματικών παραγόντων, οι οποίοι εκτιμούν ότι στη συγκεκριμένη δικαστική εξέλιξη τα νήματα  κίνησε το αποκαλούμενο «βαθύ μουσουλμανικό κράτος», εν αγνοία του προέδρου Αλ Σίσι – όπως έχει τη δυνατότητα με βάση τις ισορροπίες που διαμορφώνονται τώρα στο αιγυπτιακό σύστημα διακυβέρνησης.

Εν πάση περιπτώσει η ελληνική κυβέρνηση είναι τώρα υποχρεωμένη να κινηθεί συντονισμένα και διακριτικά, με στόχο να διασφαλιστεί ο σεβασμός στην αυτονομία και ιστορική συνέχεια του μοναστηριού, χωρίς να τεθούν σε κίνδυνο οι στρατηγικές σχέσεις της χώρας μας με την Αίγυπτο.

«Πιάστηκε στον ύπνο»

 Η υπόθεση έχει προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες σε διπλωματικό και σε θεσμικό επίπεδο, αλλά και έντονη πολιτική κριτική προς την κυβέρνηση. Αναλυτές, κόμματα και παράγοντες της αντιπολίτευσης κάνουν λόγο για ακόμη μία «ήττα» στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, τονίζοντας ότι η Αθήνα «πιάστηκε στον ύπνο» όσον αφορά τις εξελίξεις στο Σινά.

Οπως υποστηρίζουν, η Αθήνα επαναπαύτηκε στις προφορικές διαβεβαιώσεις του Αιγύπτιου προέδρου Αλ Σίσι και δεν παρακολούθησε την εξέλιξη της δικαστικής υπόθεσης, ούτε είχε φροντίσει να υπάρχει ρητή και έγγραφη διακρατική συμφωνία που να εξασφαλίζει το status quo της Μονής. Η κριτική επεκτείνεται σε γενικότερο επίπεδο, σε μια σειρά διπλωματικών αστοχιών τα τελευταία χρόνια.

Η υπόθεση της Μονής θεωρείται ενδεικτική ενός ελλείμματος προληπτικής διπλωματίας και διαχείρισης κρίσεων.  Κατά τους επικριτές, η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε από μια απόφαση που είχε δρομολογηθεί εδώ και καιρό, χωρίς να υπάρξει η απαραίτητη πολιτική ή νομική παρέμβαση σε επίπεδο διακρατικής συνεργασίας.

Τεστ επαγρύπνησης

 Από την πλευρά της, η κυβέρνηση διαμηνύει ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και ότι θα προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, διπλωματικές και νομικές. Ωστόσο, το πολιτικό κόστος της «καθυστέρησης» ή της εσφαλμένης εκτίμησης της σοβαρότητας του θέματος, φαίνεται ήδη να επηρεάζει την εικόνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η υπόθεση της Μονής στο Σινά, τελικά, δεν αποτελεί μόνο δοκιμασία για τις ελληνοαιγυπτιακές σχέσεις, αλλά και ένα σημαντικό τεστ αξιοπιστίας και επαγρύπνησης για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική πλευρά δεν περίμενε κάποιου είδους αρνητική εξέλιξη στο θέμα, ιδιαίτερα μετά τη συνάντηση που είχε ο πρωθυπουργός με τον πρόεδρο της Αιγύπτου πριν από τρεις εβδομάδες στην Αθήνα.

Στη συνάντηση εκείνη ο Αιγύπτιος πρόεδρος είχε δείξει ενοχλημένος από τα σενάρια περί κλεισίματος της Μονής Σινά, και διαβεβαίωσε κατηγορηματικά πως δεν πρόκειται να αλλάξει το καθεστώς της Μονής.

Δικαστική απόφαση

Η επίμαχη απόφαση φέρεται να αμφισβητεί την ιδιοκτησία της Μονής επί εκτεταμένων εκτάσεων στην ευρύτερη περιοχή του Σινά, κρίνοντας ότι αυτές αποτελούν κρατική γη υπό αιγυπτιακή κυριαρχία. Δεν θέτει ευθέως θέμα κυριότητας του κεντρικού συγκροτήματος  του μοναστηριού, αλλά χαρακτηρίζοντας το ως ιστορικό μνημείο το καθιστά εμμέσως ιδιοκτησία του αιγυπτιακού κράτους.

Παράλληλα περιορίζει τη διαχειριστική και ιδιοκτησιακή αυτονομία του, ιδίως σε ό,τι αφορά τις παρακείμενες εκτάσεις που μέχρι σήμερα λειτουργούσαν υποστηρικτικά για τη Μονή, εξασφαλίζοντας την τροφοδοσία της.

Η απόφαση δεν επιφέρει άμεση αλλαγή στο καθεστώς της Μονής ως θρησκευτικού ιδρύματος, αλλά δημιουργεί σημαντικό προηγούμενο ως προς το δικαίωμα ιδιοκτησίας εδαφών από ξένους ή μη μουσουλμανικούς φορείς στην Αίγυπτο. Φέρνει λοιπόν στο προσκήνιο την ανάγκη για επανεξέταση του νομικού καθεστώτος που ισχύει για την παρουσία της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στη χώρα.

Διαγραφόμενοι κίνδυνοι

Η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με διπλό πρόβλημα: 
– Τίθεται ζήτημα προστασίας ενός ιστορικού και πολιτιστικού ιδρύματος με ελληνικές ρίζες,
– Δημιουργείται κίνδυνος να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου για παρόμοιες υποθέσεις σε άλλες χώρες με ελληνικές θρησκευτικές ή πολιτιστικές παρουσίες.

Επιπλέον, δεδομένης της “ευαισθησίας” των ελληνοαιγυπτιακών σχέσεων – οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν ενισχυθεί μέσω στρατηγικών συμφωνιών στην ενέργεια, την άμυνα και την ΑΟΖ – η διαχείριση του ζητήματος απαιτεί λεπτούς χειρισμούς ώστε να μην διαταραχθούν οι διμερείς σχέσεις.

Διακρατική συμφωνία

Η διπλωματική οδός αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική και βιώσιμη λύση. Ήδη έχει προταθεί η σύναψη διακρατικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, που θα αναγνωρίζει ρητά το ιστορικό και θρησκευτικό καθεστώς της Μονής, διασφαλίζοντας τη διοικητική και ιδιοκτησιακή της αυτονομία.

Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ευρύτερο νομικό πλαίσιο προστασίας θρησκευτικών και πολιτιστικών ιδρυμάτων στην Αίγυπτο. Αυτό θα εξυπηρετούσε και  το Κάιρο, ενισχύοντας την εικόνα της Αιγύπτου ως χώρας θρησκευτικής ανεκτικότητας.

Παράλληλα, θα επιδιωχθεί η ενεργοποίηση διεθνών θεσμών και οργανισμών όπως UNESCO (καθώς η Μονή είναι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς), ώστε να ενισχυθεί η νομική και πολιτιστική πίεση για διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος.

Τα επόμενα βήματα

Μετά και από τηλεφωνική συνομιλία Μητσοτάκη – Σίσι, όλα δείχνουν πως η υπόθεση δεν θα οδηγηθεί τελικά στα άκρα και το ¨κακό” για τη χώρα μας θα περιοριστεί στην επικοινωνιακή ζημιά που υπέστη.

Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν ότι η λύση βρίσκεται στην ήδη καταγεγραμμένη αμοιβαία κατανόηση και σε όσα είχαν συμφωνηθεί κατ΄ιδίαν και ανακοινώθηκαν δημοσίως κατά την επίσκεψη του προέδρου της Αιγύπτου στην Αθήνα στις 7 Μαΐου. Στο πλαίσιο αυτό τη Δευτέρα ελληνική αντιπροσωπεία θα μεταβεί στην Αίγυπτο για την περαιτέρω επεξεργασία της συμφωνίας και την ταχεία ολοκλήρωση της.

Διπλωματικός πυρετός

Την πληροφορία ότι η αιγυπτιακή δικαιοσύνη εξέδωσε απόφαση για εκδίωξη των 20 μοναχών και του ηγούμενου και μετατροπή της Μονής σε Μουσείο, ακολούθησε διπλωματικός πυρετός αλλά και η οργισμένη ανακοίνωση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου που δήλωσε πως αδυνατεί να πιστέψει πως ο ελληνισμός και η ορθοδοξία βιώνουν μια ακόμα ιστορική άλωση.

«Από ό,τι πληροφορούμαι υπάρχει μια εξέλιξη στο θέμα να ευχηθούμε να είναι γρήγορα καλά τα αποτελέσματα», ανέφερε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος. Ακολούθησε, στο ίδιο κλίμα οργής, η ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. «Οι αιώνες σεβάστηκαν τη Μονή του Σινά. Ας τη σεβαστεί και σήμερα η Αίγυπτος, ως μια πολιτισμένη και ευνομούμενη χώρα, που σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικότερα», αναφέρει η ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ο οποίος βρέθηκε στη Ρώμη για τη θρονική εορτή Πέτρου και Παύλου, και συναντήθηκε με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ’, του έθεσε το ζήτημα. Η επικοινωνία μεταξύ του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών και του ομολόγου του είναι συνεχής με την ελληνική κυβέρνηση να τηρεί σιγή ιχθύος, αναμένοντας να πάρει στα χέρια της την πολυσέλιδη δικαστική απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας.

Υπενθυμίζεται ότι ο εκπρόσωπος Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών αλλά και η Αιγυπτιακή προεδρία, εξέδωσαν ανακοινώσεις, διαψεύδοντας ότι οι μοναχοί εκδιώκονται. «Η προεδρία της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου επαναλαμβάνει την πλήρη δέσμευσή της στην διατήρηση του μοναδικού και ιερού θρησκευτικού καθεστώτος της Μονής της Αγίας Αικατερίνης και στην αποτροπή της παραβίασης του», τόνιζε ο εκπρόσωπος της Αιγυπτιακή Προεδρίας.

Ιστορία 15 αιώνων

Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης, η παλαιότερη Χριστιανική μονή στον κόσμο αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς . Κτισμένη στις παρυφές του όρους Σινά στην Αίγυπτο, επιβίωσε από αλλεπάλληλες ιστορικές περιπέτειες.

Σήμερα όπως καταγγέλλεται οι Αιγυπτιακές αρχές επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τη χερσόνησο του Σινά επιχειρηματικά. «Αυτή τη στιγμή η απόφαση που βγήκε μιλά μόνο για 46 ιδιοκτησίες στις οποίες αναγνωρίζεται μόνο η κατοχή το δικαίωμα χρήσης θρησκευτικών καθηκόντων, οι υπόλοιπες 25 πρέπει να παραδοθούν άμεσα στο Αιγυπτιακό δημόσιο», ανέφερε ο νομικός σύμβουλος της Μονής Σινά, Χρήστος Κολιμπίρης.

Την ανάγκη να προστατευτεί με θεσμικό τρόπο «ο ελληνορθόδοξος και προσκυνηματικός χαρακτήρας της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά», υπογράμμισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ασκώντας ταυτόχρονα έντονη κριτική στην αντιπολίτευση.

«Είναι από τις πιο εμβληματικές Ελληνορθόδοξες Μονές στον κόσμο, απηχεί κάθε Έλληνα. Πριν καλά καλά διαβάσουμε την απόφαση – και αναφέρομαι στα κόμματα της αντιπολίτευσης και σε όλα τα κόμματα – έσπευσαν να βγάλουν ανακοίνωση για το τόσο σοβαρό θέμα», σχολίασε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Η Σοφία Ζαχαράκη δήλωσε πως, «το ότι υπήρξε άμεση αντίδραση της Ελληνικής κυβέρνησης, η παραδοχή του προέδρου Σίσι αλλά και η επικοινωνία του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο, βάζει νομίζω μια ροή πράγματων εμείς θα κάνουμε τα πάντα για να προασπίσουμε τα δικαιώματα και το καθεστώς της Μονής». Η ιστορική Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά σήμερα λειτουργεί κανονικά για τους επισκέπτες.

Σήμερα στο Κάιρο

Σημειώνεται ότι τη Δευτέρα ελληνική αντιπροσωπεία θα μεταβεί στην Αίγυπτο για την περαιτέρω επεξεργασία της συμφωνίας για τη Μονή Σινά με σκοπό την ταχεία ολοκλήρωση της. Σκοπός της ελληνικής πλευράς, όπως τονίστηκε και από τον πρωθυπουργό στη τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Αιγύπτιο Πρόεδρο, είναι η θωράκιση του λατρευτικού και ελληνορθόδοξου χαρακτήρα της Μονής.

Επισημαίνεται πως η προχθεσινή δικαστική απόφαση του Εφετείου αφορά μια εκκρεμότητα δεκαετιών σε μια περίπλοκη υπόθεση αστικού χαρακτήρα. Από την κυβέρνηση σημειώνουν ότι η απόφαση είναι 160 σελίδες και ήταν απαραίτητη η πλήρης ανάλυσή της.

Προσθέτουν ότι η απόφαση δεν αναφέρεται σε κυριότητα της Μονής ούτε έχει σχέση με την ταυτότητα και τον χαρακτήρα της. Σε κάθε περίπτωση, λένε, το ζήτημα αναμένεται να επιλυθεί θεσμικά στη βάση της κοινής κατανόησης που προέκυψε στις πολύμηνες διαπραγματεύσεις που έκαναν για λογαριασμό του ελληνικού Δημοσίου τα υπουργεία Εξωτερικών, Παιδείας, Πολιτισμού και εκπρόσωποι του αιγυπτιακού Δημοσίου.

Το χρονικό της διαμάχης γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς

Η Μονή Σινά θεωρείται η παλαιότερη χριστιανική μονή στον κόσμο και χρονολογείται από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Το βυζαντινό καστρομονάστηρο αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Η Μονή, που βρίσκεται σε περιοχή που θεωρείται ιερή για τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και το ισλάμ, αποτελεί κέντρο παγκόσμιου προσκυνήματος και θησαυροφυλάκιο με σημαντικά δείγματα πολιτισμών της Ανατολής και της Δύσης.

Διαθέτει τεράστιο πλούτο χειρογράφων και εικόνες που έχουν δημιουργηθεί με εγκαυστική τεχνική – όπως τα πορτρέτα Φαγιούμ – που αποτελούν εξαιρετικά δείγματα τέχνης στην προ Εικονομαχίας περίοδο. Οι δικαστικές διαμάχες για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Μονής Σινά και των περιουσιακών της στοιχείων έχουν την αφετηρία τους στην προσπάθεια που ξεκίνησε τη δεκαετία του 2000 να δηλωθούν οι ιδιοκτησίες στην περιοχή της χερσονήσου του Σινά.

Μετά τη μεγάλη τουριστική ανάπτυξη που υπήρξε στην περιοχή παρουσιάστηκε η ανάγκη να διασαφηνιστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς καθώς υπήρξε ενδιαφέρον για επενδύσεις και αγορές εκτάσεων και ακινήτων. Το 2015 ο κυβερνήτης του Νότιου Σινά κινήθηκε δικαστικά κατά του Αρχιεπισκόπου Δαμιανού, ηγούμενου της Μονής, και στη συνέχεια υπήρξαν και άλλες προσφυγές που αφορούσαν την ακίνητη περιουσία της Μονής που έφτανε τις 71 ιδιοκτησίες (κτίσματα, οικόπεδα και αγροτικές εκτάσεις).

Η πρόσφατη συμφωνία Αθήνας – Καΐρου προέβλεπε σύμφωνα με δημοσιεύματα, τη λειτουργία της Μονής υπό τις εγγυήσεις του ελληνικού και αιγυπτιακού κράτους με την ελληνική κυβέρνηση να θέτει το ζήτημα η κυριότητα να ανήκει στη Μονή.

O Αρχιμανδρίτης Πορφύριος, εκπρόσωπος Τύπου της Μονής Σινά, κατηγόρησε την αιγυπτιακή κυβέρνηση ότι προχώρησε σε αυτή την κίνηση για τουριστικούς λόγους. «Οι μοναχοί από τον 5ο αιώνα ζούμε στο μοναστήρι με λειτουργική συνέχεια. Νομίζω ότι είναι πολύ πιο ψυχρό το θέμα, γίνεται για τουριστικούς λόγους. Η αντίληψη είναι ότι πρόκειται για ένα μουσείο που τυχαίνει να κατοικούν εκεί κάποιοι ορθόδοξοι μοναχοί», είπε.

Όρος Σινά: Σταυροδρόμι Πίστης, Ιστορίας και Πολιτισμού

Σινά: Η μακραίωνη ιστορία της Μονής, τα προνόμιά της και το έγγραφο του Μωάμεθ που σεβάστηκαν όλοι οι μουσουλμάνοι ηγεμόνες

Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης, χτισμένη στους πρόποδες του Όρους Σινά στην Αίγυπτο, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και αρχαιότερα χριστιανικά μοναστήρια  παγκοσμίως. Ιδρύθηκε μεταξύ 548 και 565 μ.Χ. από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α’, με σκοπό την προστασία του παρεκκλησίου της Φλεγόμενης Βάτου, το οποίο είχε ανεγερθεί από την Αγία Ελένη, μητέρα του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, στο σημείο όπου, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, ο Μωυσής είδε τον Θεό μέσω της φλεγόμενης βάτου.

Η Μονή υπάγεται στην αυτόνομη Εκκλησία του Όρους Σινά, η οποία διατηρεί στενούς δεσμούς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 2002, αναγνωρίζοντας τη μοναδική της σημασία για τις τρεις μεγάλες Αβρααμικές θρησκείες: Ιουδαϊσμό, Χριστιανισμό και Ισλάμ.

Η βιβλιοθήκη της Μονής θεωρείται η αρχαιότερη εν λειτουργία χριστιανική βιβλιοθήκη στον κόσμο, φιλοξενώντας πάνω από 4.500 χειρόγραφα σε διάφορες γλώσσες, όπως ελληνικά, αραβικά, αρμενικά, εβραϊκά, γεωργιανά και συριακά . Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζει ο Κώδικας Σιναϊτικός, ένα από τα αρχαιότερα και πληρέστερα χειρόγραφα της Αγίας Γραφής, που χρονολογείται από τον 4ο αιώνα.

Η Μονή είναι επίσης γνωστή για τη συλλογή της από βυζαντινές εικόνες, με πάνω από 2.000 έργα, εκ των οποίων 500 χρονολογούνται μεταξύ του 6ου και 15ου αιώνα. Η εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα του 6ου αιώνα θεωρείται η αρχαιότερη σωζόμενη απεικόνιση του Χριστού και αποτελεί μοναδικό δείγμα της πρώιμης χριστιανικής τέχνης.

Οι θησαυροί της Μονής

Στη Μονή του Σινά υπάρχουν περισσότερες από 2.000 βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες, 500 περίπου από τις οποίες χρονολογούνται μεταξύ 6ου και 15ου αιώνα. Μάλιστα, οι 500 αυτές εικόνες είναι περισσότερες από όσες υπάρχουν σε όλο τον υπόλοιπο πλανήτη μαζί!

Τα σπάνια χειρόγραφα της Μονής έγιναν στόχος ορισμένων «επιστημόνων-κλεφτών». Ο Γερμανός φον Τίσεντορφ έκλεψε σε… δόσεις (1844 και 1859) τον Σιναϊτικό Κώδικα ο οποίος χρονολογείται από τα τέλη του 4ου αιώνα! 43 φύλλα του βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη της Λειψίας, ενώ το 1859 πήρε μαζί του για «μελέτη μετ’ επιστροφής» ολόκληρο του Κώδικα εξαπατώντας τους καλόγερους της Μονής. Τον δώρισε στον τσάρο της Ρωσίας.

Ο Στάλιν (δεν θα μπορούσε να λείπει…) πούλησε το 1930 τον Κώδικα στη Μ. Βρετανία για 100.000 λίρες. Σήμερα βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο… Πρόκειται για 346 φύλλα από δέρμα αντιλόπης. Ελληνικά αριστουργήματα κατέχουν περίοπτη θέση σε όλα τα μεγάλα μουσεία του κόσμου και εμείς θα πρέπει να απολογούμαστε σε διάφορους απίθανους και ανύπαρκτους τύπους για το παρελθόν και το παρόν μας…

Στη βιβλιοθήκη της Μονής, πέρα από χιλιάδες άλλα έντυπα υπάρχουν 2.291 ελληνικοί χειρόγραφοι κώδικες και άλλοι 1.000 αραβικοί, κοπτικοί, συριακοί, σλαβικοί κ.ά. Το 1949-50 μια αποστολή από τις Η.Π.Α. φωτογράφισε για λογαριασμό της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου 1.687 ελληνικά χειρόγραφα, τα σπουδαιότερα της Μονής.

Χτίστηκε γύρω στο 1.200 π.Χ

Σύμφωνα με την παράδοση, το μοναστήρι χτίστηκε εκεί, όπου γύρω στο 1.200 π.Χ. ο Μωυσής είδε τη «φλεγόμενη βάτο» χωρίς να καίγεται και πήρε το χρίσμα του αρχηγού των Εβραίων. Εκεί επίσης έλαβε επίσης τις δέκα εντολές, γραμμένες σε δύο πέτρινες πλάκες και από εκεί, οδήγησε τους Εβραίους στην Παλαιστίνη.

Ο Χριστιανισμός αναγνωρίζοντας την εβραϊκή Βίβλο κήρυξε την περιοχή «Θεοβάδιστη». Οι μοναχοί της περιοχής ζήτησαν τη βοήθεια του Μεγάλου Κωνσταντίνου και η μητέρα του, η Αγία Ελένη έχτισε στον τόπο της ιερής βάτου έναν ναό αφιερωμένο στην Παναγία (330-335) και έναν μικρό πύργο για την προστασία των μοναχών. Ήταν η πρώτη μονή του Χριστιανισμού.

Ο Ιουστινιανός έχτισε το μοναστήρι στη σημερινή του μορφή χρησιμοποιώντας πόρους από την Αίγυπτο.
Η οικοδόμηση της Μονής ξεκίνησε το 542 και ολοκληρώθηκε το 565. Αρχιτέκτονας της Μονής ήταν ο Στέφανος Αϊλίσιος. Ο Ιουστινιανός μετέφερε εκεί Έλληνες από τον Πόντο για να αποτελέσουν τη φρουρά της, αλλά και ολόκληρες οικογένειες για να κατοικούν κοντά στη Μονή.

Πώς ο Μωάμεθ έδωσε προνόμιο στη μονή;

Όταν ο Μωάμεθ ήταν ένας απλός καμηλιέρης, φιλοξενούνταν συχνά στη Μονή και ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με τους καλόγερους. Έτσι, μετά την κήρυξη της νέας θρησκείας, οι παλιοί του φίλοι δεν δυσκολεύτηκαν να λάβουν από αυτόν ένα έγγραφο, το οποίο τους έδινε τη δυνατότητα να κινούνται ανενόχλητοι ανάμεσα στους Μουσουλμάνους που κατέκλυσαν τη Χερσόνησο του Σινά. Ωστόσο, δεν έλειψαν οι μουσουλμανικές επιδρομές.

Οι μοναχοί τις αντιμετώπισαν διπλωματικά, με την ανέγερση ενός τζαμιού. Όταν τον 9ο αιώνα έγινε μετακομιδή του λειψάνου της Αγίας Αικατερίνης και τοποθέτησή του στο Καθολικό της Μονής, ο ναός της εκτός από τη Θεοτόκο τιμάται και στο όνομα της Αγίας Αικατερίνης. Είναι δε γνωστή σήμερα ως «Μονή της Αγίας Αικατερίνης». Το έγγραφο του Μωάμεθ, το σεβάστηκαν όλοι οι Μουσουλμάνοι ηγεμόνες (Άραβες, Μαμελούκοι, Τούρκοι).

Μάλιστα, όταν το 1517 η Αίγυπτος πέρασε στα χέρια των Οθωμανών, ο σουλτάνος Σελίμ Α’ όχι μόνο αναγνώρισε τα παλιά προνόμια, αλλά χορήγησε και νέα στο μοναστήρι. Στο Ιστορικό Μουσείο του Ηρακλείου Κρήτης υπάρχει ένα σουλτανικό «φιρμάνι ασυδοσίας» των μοναχών, το οποίο χρονολογείται από το 1811.

Ο Μέγας Ναπολέων, με επίσημο έγγραφό του, διέταξε, κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής της Αιγύπτου, τον Στρατηγό Μενόν να ξαναχτίσει έναν τοίχο που καταστράφηκε από σεισμό, ενώ χαρακτηρίζει τους καλόγερους του Σινά «σοφούς και πολιτισμένους». Σήμερα, το μοναστήρι είναι νομικό πρόσωπο του αιγυπτιακού Δικαίου και είναι ενταγμένο στα ιδρύματα που προστατεύονται από την UNESCO.