Η επιλογή της Αλάσκας ως τόπου συνάντησης, μια πρώην ρωσική επαρχία που σήμερα ανήκει στις ΗΠΑ, στέλνει σαφές μήνυμα αποκλεισμού τρίτων και σηματοδοτεί μια γεωπολιτική νίκη για τη Μόσχα, ενώ η Ευρώπη παραμένει σε ρόλο θεατή, είναι εκτός παιχνιδιού, εγκλωβισμένη στις εσωτερικές της αντιφάσεις και χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό για το ουκρανικό ζήτημα.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν προωθεί τον στόχο της Ρωσίας να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια τάξη ασφάλειας, καθώς οι δύο άνδρες αναβιώνουν το σύστημα των «μεγάλων δυνάμεων», στο οποίο μόνο λίγες μεγάλες χώρες έχουν τον τελευταίο λόγο.
Ο Πούτιν έθεσε το πλαίσιο την περασμένη εβδομάδα, μετά τη συνάντησή του με τον απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, όταν απέκλεισε τη συνάντηση με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκιμ έως ότου πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις που, όπως είπε, παρέμεναν «μακριά». Ο Τραμπ συμφώνησε και απέρριψε τη συμμετοχή του Ζελένσκι, ακόμη και αν το μέλλον της χώρας του – και των 40 εκατομμυρίων πολιτών της – κρέμεται από μια κλωστή.
Ο Ζελένσκι είχε συμμετάσχει σε πολλές συναντήσεις τα τελευταία τριάμισι χρόνια από την έναρξη της ρωσικής εισβολής, δήλωσε ο Τραμπ την Δευτέρα, και «τίποτα δεν συνέβη. Εννοώ, θέλετε κάποιον που το κάνει αυτό εδώ και τριάμισι χρόνια;». Μια συνάντηση κορυφής τετ-α-τετ, σε αμερικανικό έδαφος, δεν ήταν η μόνη σημαντική νίκη του Πούτιν.
Επίσης, απέτρεψε, προς το παρόν, την απειλή του Τραμπ για σκληρές οικονομικές κυρώσεις κατά του ρωσικού πετρελαίου και απέκρουσε τις εκκλήσεις του Αμερικανού προέδρου για κατάπαυση του πυρός. Την Δευτέρα, ο Τραμπ επέστρεψε στο να κατηγορεί τον Ζελένσκι για τον πόλεμο, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Πούτιν, αν και ο Ρεπουμπλικανός φάνηκε πιο συμβιβαστικός σε μια τηλεδιάσκεψη με τον Ζελένσκι και τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Η οπτική της συνάντησης στην Αλάσκα ενισχύει τον μακροπρόθεσμο στόχο του Πούτιν να ανασυγκροτήσει την Ρωσία ως μία από τις λίγες μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις με νόμιμες σφαίρες επιρροής, και εκπληρώνει τον βραχυπρόθεσμο τακτικό στόχο του για μία κατ’ ιδίαν συνάντηση με σκοπό να κερδίσει και να χειραγωγήσει τον Τραμπ, σημειώνει η Washington Post.
Ένας πρώην ανώτερος αξιωματούχος του Κρεμλίνου, μιλώντας στην αμερικανική εφημερίδα υπό τον όρο της ανωνυμίας για να συζητήσει ευαίσθητα διπλωματικά θέματα, χαρακτήρισε τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα ως «χρυσή ευκαιρία» για τον Πούτιν, προσθέτοντας: «Και φυσικά, μια επίσκεψη στις ΗΠΑ είναι μια τεράστια νίκη».
Ένα άλλο πρόσωπο με στενούς δεσμούς με το Κρεμλίνο είπε ότι η σύνοδος κορυφής, ήταν «μια πραγματική ευκαιρία να τερματιστεί αυτό» και πως η συνάντηση είχε σχεδιαστεί για να «ηρεμήσει τις ρωσικές ελίτ, για τις οποίες αυτός ο πόλεμος είναι ντροπή, και θέλουν να επιστρέψουν όλα στο φυσιολογικό».
Ο πρώην ανώτερος Ρώσος διπλωμάτης Μπόρις Μποντάρεφ, ο οποίος παραιτήθηκε λόγω της εισβολής στην Ουκρανία το 2022, δήλωσε ότι ο Πούτιν είχε προσφέρει τόσο λίγα που ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο Τραμπ συμφώνησε να τον συναντήσει. Προσέθεσε, μάλιστα, ότι φαινόταν να είναι ένα τέχνασμα του Κρεμλίνου για να αποσπάσει την προσοχή του Τραμπ από τις κυρώσεις, ακριβώς όπως ο Πούτιν απέσπασε την προσοχή του Τραμπ από το αίτημα για κατάπαυση του πυρός τον Μάιο, προτείνοντας ειρηνευτικές συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη.
Αν και ο Τραμπ έχει επικρίνει πρόσφατα τις επιθέσεις του Πούτιν σε ουκρανικές πόλεις, δεν έχει επιβάλει κυρώσεις ή ασκήσει οποιαδήποτε άλλη πίεση στην Ρωσία πέρα από τη ρητορική. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε στους δημοσιογράφους την Τετάρτη ότι θα υπάρξουν «πολύ σοβαρές» συνέπειες αν ο Πούτιν συνεχίσει τον πόλεμο μετά τη συνάντηση στην Αλάσκα, αν και έχει κάνει παρόμοιες απειλές και στο παρελθόν χωρίς να τις υλοποιήσει.
