Σα. Ιούν. 13, 2026

Στον απόηχο της καλοκαιρινής αύξησης των μεταναστευτικών ροών κυρίως από τη Λιβύη προς την Κρήτη η ελληνική κυβέρνηση σκληραίνει τη στάση της, θέτοντας σε εφαρμογή αυστηρότερο πλαίσιο για την αποτροπή της παράνομης εισόδου στη χώρα.

Ήδη, εκατοντάδες πρόσφατα αφιχθέντες μετανάστες έχουν μεταφερθεί σε κλειστές δομές ανά την επικράτεια, με τον υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνο Πλεύρη, να δηλώνει πως για όσους συλλαμβάνονται να εισέρχονται παράνομα ισχύει το δίλημμα: «φυλακή ή απέλαση». Σύμφωνα με το υπουργείο, η σκληρότερη πολιτική αποδίδει καρπούς, καθώς οι ροές παρουσιάζουν αισθητή μείωση.

Παράλληλα, δρομολογείται νέο σύστημα για την επαλήθευση της ανηλικότητας των αιτούντων άσυλο, με στόχο την ακρίβεια στην καταγραφή και τη διαφάνεια στη διαδικασία υποδοχής. Στο επίκεντρο της κυβερνητικής πολιτικής βρίσκονται και οι ΜΚΟ, με την Πολιτεία να επιδιώκει αυστηρότερο έλεγχο στις δραστηριότητές τους, ιδιαίτερα σε όσες φέρονται να λειτουργούν εκτός θεσμικού πλαισίου.

Σήμερα κατατίθεται στη Βουλή το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, υπό τον τίτλο: «Αναμόρφωση πλαισίου και διαδικασιών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών», με την ψήφισή του να αναμένεται εντός της ερχόμενης εβδομάδας.

Όπως σημειώνει το υπουργείο, πρόκειται για μια ριζική αναδιάρθρωση του πλαισίου επιστροφών. Για πρώτη φορά προβλέπεται ρητά ποινική κύρωση για την παράνομη παραμονή, ενώ διατηρείται η δυνατότητα οικειοθελούς αναχώρησης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

Το μήνυμα, σύμφωνα με την κυβέρνηση, είναι σαφές: η Ελλάδα ενισχύει τη νομική της θωράκιση, προστατεύει την κοινωνική συνοχή και την εθνική ασφάλεια, και ευθυγραμμίζεται με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, κλείνοντας τα θεσμικά κενά του παρελθόντος.

Κύρια σημεία του νομοσχεδίου

Απαγόρευση εισόδου και ποινικοποίηση παράνομης παραμονής – Η
μεγάλη τομή

Το νομοσχέδιο θεσπίζει υποχρεωτικούς λόγους απαγόρευσης εισόδου για όσους αποτελούν κίνδυνο στη δημόσια τάξη, την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία. Παράλληλα, η διάρκεια της απαγόρευσης επεκτείνεται από πέντε σε δέκα έτη, με δυνατότητα παράτασης για ακόμη πέντε.

Ακόμη πιο σημαντική είναι η ποινικοποίηση της παράνομης παραμονής στη χώρα μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας. Ο πολίτης τρίτης χώρας που παραμένει
παράνομα αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών, η οποία φθάνει στα τρία σε περίπτωση υποτροπής, καθώς και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Η ποινή δεν επιδέχεται μετατροπή ή αναστολή.

Ωστόσο, το νομοσχέδιο δίνει μια καθαρή επιλογή: εάν ο καταδικασμένος πολίτης τρίτης
χώρας δηλώσει ότι θα αποχωρήσει οικειοθελώς από την Ελλάδα, η εκτέλεση της ποινής
μπορεί να ανασταλεί. Η αναστολή ενεργοποιείται μόνο με την πραγματική αναχώρηση. Με αυτόν τον τρόπο, η ελληνική πολιτεία διαμορφώνει ένα απλό και ξεκάθαρο πλαίσιο: όποιος επιμένει στην παράνομη παραμονή θα οδηγηθεί στη φυλακή, ενώ όποιος επιλέξει την οικειοθελή αναχώρηση θα αποφύγει την ποινική κύρωση.

Οικειοθελής αναχώρηση

Η έννοια της οικειοθελούς αναχώρησης ενισχύεται μέσα στο νέο πλαίσιο. Η βασική
προθεσμία μειώνεται από 25 σε 14 ημέρες, ενώ η παράταση σε εξαιρετικές περιπτώσεις
περιορίζεται στις 60 ημέρες (αντί των 120). Επιπλέον, για την αποφυγή διαφυγής,
εισάγεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής επιτήρησης ως περιοριστικού μέτρου κατά το
διάστημα αυτό.

Το μέτρο της οικειοθελούς αναχώρησης λειτουργεί ως δίκαιη επιλογή συμμόρφωσης. Δίνει τη δυνατότητα στους παρανόμως διαμένοντες να αποχωρήσουν με δική τους
πρωτοβουλία, χωρίς τις βαριές ποινικές συνέπειες. Έτσι, συνδυάζονται η αποφασιστικότητα του κράτους με τον σεβασμό στα δικαιώματα, ενισχύοντας την
αξιοπιστία του συστήματος.

Επικαιροποίηση ορισμών – Αυστηρότερο πλαίσιο

Για να καταστεί αποτελεσματικό το νέο σύστημα, το νομοσχέδιο επικαιροποιεί κρίσιμους
ορισμούς. Διευρύνεται η έννοια της χώρας επιστροφής ώστε να περιλαμβάνει, πέραν της χώρας καταγωγής, τη χώρα συνήθους διαμονής, την ασφαλή τρίτη χώρα και την πρώτη χώρα ασύλου, όταν απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη.

Επιπλέον, ενισχύεται ο ορισμός του «κινδύνου διαφυγής». Πλέον, αντικειμενικά κριτήρια που τον στοιχειοθετούν αποτελούν η έλλειψη γνωστής κατοικίας, η αλλαγή τόπου διαμονής χωρίς ενημέρωση των αρχών και η άρνηση υποβολής σε βιομετρική ταυτοποίηση.

Με τις ρυθμίσεις αυτές, οι ελληνικές αρχές αποκτούν σαφέστερα και αυστηρότερα
εργαλεία για την εφαρμογή της νομοθεσίας.

Κράτηση και αυστηρότεροι έλεγχοι

Σημαντικές αλλαγές εισάγονται και στο καθεστώς κράτησης. Οι λόγοι κράτησης
επεκτείνονται ώστε να περιλαμβάνουν ζητήματα ασφάλειας, ενώ η διάρκεια αυξάνεται από τους 18 στους 24 μήνες, με δυνατότητα παρατάσεων. Η επανεξέταση των προϋποθέσεων κράτησης θα γίνεται ανά εξάμηνο, εξασφαλίζοντας έλεγχο και διαφάνεια.

Παράλληλα, αυστηροποιούνται οι ποινές:

– Για παράνομη επανείσοδο, η χρηματική ποινή ανεβαίνει στα 10.000–30.000 ευρώ.
– Για παράνομη είσοδο, η ποινή φυλάκισης ξεκινά από δύο έτη, ενώ σε επιβαρυντικές
περιπτώσεις φθάνει τα τρία.
– Οι χρηματικές ποινές αυξάνονται από 1.500 σε 5.000 ευρώ και από 3.000 σε 10.000 ευρώ
αντίστοιχα.

Επιπλέον, περιορίζεται η δυνατότητα μεταγενέστερων αιτήσεων διεθνούς προστασίας, ενώ καταργείται η πρόβλεψη για χορήγηση άδειας διαμονής σε όσους διαμένουν επτά χρόνια παράνομα στη χώρα. Έτσι μπαίνει τέλος σε πρακτικές κατάχρησης που λειτουργούσαν ως κίνητρο παράνομης παραμονής.