Τε. Ιούλ. 15, 2026

Το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης, η αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος και ο ρόλος του πανεπιστημίου στη δημοκρατία βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής με θέμα την παρουσίαση των προτάσεών του για την Παιδεία.

Κεντρικός ομιλητής ήταν ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, ο οποίος ανέπτυξε το όραμά του για ένα πανεπιστήμιο που, όπως είπε, δεν θα περιορίζεται στην παραγωγή πτυχίων, αλλά θα λειτουργεί ως πυλώνας γνώσης, δημοκρατίας και κοινωνικής προόδου.

«Η Παιδεία δεν πρέπει να ελέγχεται»

Ο κ. Παπανδρέου υποστήριξε ότι διαχρονικά συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις επιδιώκουν να ασκούν έλεγχο στην εκπαίδευση, αναφέροντας ως παραδείγματα εξελίξεις στην Ουγγαρία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως ανέφερε, τα ελεύθερα πανεπιστήμια αποτελούν χώρους ανάπτυξης της κριτικής σκέψης και ενεργών πολιτών, ενώ υποστήριξε ότι τόσο η λογική του κρατισμού όσο και η ανεξέλεγκτη ιδιωτικοποίηση οδηγούν σε στρεβλώσεις.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το σύγχρονο πανεπιστήμιο οφείλει να καλλιεργεί δημιουργικότητα, υπευθυνότητα και δημοκρατική συνείδηση, προετοιμάζοντας τους νέους να αξιοποιούν την τεχνολογία χωρίς να υποτάσσονται σε αυτήν.

Το όραμα για μια δημοκρατική Παιδεία

Αναφερόμενος στα συμπεράσματα του φετινού Συμποσίου της Σύμης, ο πρώην πρωθυπουργός σημείωσε ότι η δημοκρατία δεν μεταδίδεται μόνο θεωρητικά αλλά βιώνεται μέσα από το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα.

Όπως είπε, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια πρέπει να ενισχύουν τη συμμετοχή, τον διάλογο, τον αλληλοσεβασμό και την εμπιστοσύνη, διαμορφώνοντας πολίτες που συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του μέλλοντος.

Παράλληλα προειδοποίησε ότι, αν το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα δεν προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογικές εξελίξεις, το κενό θα καλυφθεί από εμπορικές ψηφιακές πλατφόρμες, δημιουργώντας νέες κοινωνικές ανισότητες.

Οι τέσσερις άξονες για την αλλαγή του άρθρου 16

Ο Γιώργος Παπανδρέου επανέφερε τη θέση που είχε διατυπώσει ήδη από τη δεκαετία του 2000 υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 16, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή του μορφή δεν προστατεύει μόνο το δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά κατοχυρώνει ένα αυστηρά κρατικό και γραφειοκρατικό μοντέλο λειτουργίας.

Στο πλαίσιο αυτό παρουσίασε τέσσερις βασικές προτάσεις:

  • Κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση, με δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών αλλά μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων από φορείς της κοινωνίας, όπως συνεταιρισμοί, επιμελητήρια, κοινωφελή ιδρύματα και περιφέρειες.
  • Ρητή απαγόρευση λειτουργίας κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, υποστηρίζοντας ότι η γνώση αποτελεί δημόσιο αγαθό και δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αντικείμενο επιχειρηματικού κέρδους.
  • Ενίσχυση του πραγματικού αυτοδιοίκητου των δημόσιων πανεπιστημίων, με μεγαλύτερη αυτονομία, λογοδοσία στα αποτελέσματα και ανεξάρτητους μηχανισμούς αξιολόγησης αντί του προληπτικού κρατικού ελέγχου.
  • Ισχυρότερη δημόσια αποστολή της ανώτατης εκπαίδευσης μέσω εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού, ενίσχυσης των περιφερειακών ιδρυμάτων και ανάπτυξης της διά βίου μάθησης.
Διαμαντοπούλου: «Αριστοτέλης και Τεχνητή Νοημοσύνη»

Στην ίδια εκδήλωση τοποθετήθηκε και η πρώην υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου, παρουσιάζοντας το δικό της όραμα για το πανεπιστήμιο της επόμενης εποχής.

Όπως ανέφερε, οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση ξεκινούν από την ανώτατη εκπαίδευση, καθώς εκεί διαμορφώνονται οι επιστήμονες και οι επαγγελματίες που θα στελεχώσουν την κοινωνία.

Η κ. Διαμαντοπούλου υπερασπίστηκε τη μεταρρύθμιση του 2012, επισημαίνοντας ωστόσο ότι σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, πολλές παράμετροι θα έπρεπε να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες.

Κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής της ήταν η ανάγκη συνδυασμού της κλασικής παιδείας με τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης.

«Αριστοτέλης και Τεχνητή Νοημοσύνη. Όχι Αριστοτέλης ή Τεχνητή Νοημοσύνη», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι η τεχνολογία αποτελεί πολύτιμο εργαλείο, χωρίς όμως να μπορεί να υποκαταστήσει τη γνώση, την κριτική σκέψη και την ανθρώπινη παιδεία.

Κλείνοντας, υπογράμμισε πως η χώρα χρειάζεται μια ευρεία εθνική συμφωνία για το πανεπιστήμιο του μέλλοντος, σημειώνοντας ότι η εκπαίδευση αποτελεί ζήτημα εθνικής στρατηγικής και απαιτεί σταθερότητα, συνέπεια και διαχρονική συνέχεια στις μεταρρυθμίσεις.