Δε. Ιούλ. 27, 2026

Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

Η δήλωση του Πρωθυπουργού ότι η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια Ευρώπης» στη µείωση του δηµόσιου χρέους δηµιουργεί την εντύπωση ότι η χώρα έχει αφήσει οριστικά πίσω της την οικονοµική κρίση. Η πραγµατικότητα, όµως, είναι πιο σύνθετη. Ναι, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ µειώνεται µε εντυπωσιακό ρυθµό. Όµως η οικονοµία δεν µπορεί να αξιολογείται από έναν µόνο δείκτη. Αν εξετάσουµε το σύνολο των δηµοσιονοµικών και µακροοικονοµικών µεγεθών, θα διαπιστώσουµε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιµετωπίζει χρόνιες αδυναµίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν πανηγυρισµούς αλλά επιβάλλουν σοβαρό προβληµατισµό.

Το ερώτηµα όµως είναι διαφορετικό: αρκεί αυτό για να ισχυριστεί κανείς ότι η ελληνική οικονοµία έχει θεραπεύσει τις χρόνιες παθογένειές της;

Η απάντηση είναι όχι.

Γιατί πίσω από έναν εντυπωσιακό ρυθµό µείωσης κρύβεται µια πραγµατικότητα που η κυβέρνηση αποφεύγει να αναδείξει. Παρά τη σηµαντική αποκλιµάκωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το ύψος του δηµόσιου χρέους. Με άλλα λόγια, µετά από περισσότερα από δέκα χρόνια µνηµονίων, σκληρής λιτότητας, υπερφορολόγησης, περικοπών εισοδηµάτων και τεράστιων κοινωνικών θυσιών, η χώρα εξακολουθεί να είναι η πλέον υπερχρεωµένη οικονοµία της Ευρώπης.

Η πραγµατική εικόνα

Αρκεί µάλιστα να εξετάσουµε και το απόλυτο ύψος του χρέους για να αντιληφθούµε την πραγµατική εικόνα. Το 2010, όταν η χώρα εισήλθε στο πρώτο Μνηµόνιο, το δηµόσιο χρέος ανερχόταν περίπου στα 330 δισ. ευρώ. Σήµερα, δεκαέξι χρόνια αργότερα, παρά τις πρωτοφανείς θυσίες των πολιτών, τις περικοπές µισθών και συντάξεων, την υπερφορολόγηση, τις ιδιωτικοποιήσεις και τη µεγαλύτερη δηµοσιονοµική προσαρµογή που γνώρισε ποτέ ευρωπαϊκή χώρα σε καιρό ειρήνης, το δηµόσιο χρέος εξακολουθεί να κινείται γύρω στα 360-363 δισ. ευρώ. Δηλαδή, σε απόλυτους αριθµούς δεν έχει µειωθεί ουσιαστικά· αντίθετα, παραµένει υψηλότερο από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν όταν ξέσπασε η κρίση. Αυτό αποδεικνύει ότι η βελτίωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, όσο σηµαντική κι αν είναι, δεν πρέπει να συγχέεται µε µια πραγµατική και οριστική επίλυση του προβλήµατος του δηµόσιου χρέους.

Δεν αποτελεί λοιπόν επιτυχία το γεγονός ότι µειώνεται το χρέος από εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Επιτυχία θα ήταν η Ελλάδα να παύσει να αποτελεί την αρνητική εξαίρεση της Ευρώπης.

Δείκτες

Η ουσία είναι ότι ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ µειώνεται κυρίως επειδή αυξάνεται ο παρονοµαστής, δηλαδή το ονοµαστικό ΑΕΠ, το οποίο ενισχύεται από τον πληθωρισµό, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και την οικονοµική ανάπτυξη. Αυτό όµως δεν σηµαίνει αυτοµάτως ότι η οικονοµία έχει γίνει περισσότερο παραγωγική ή περισσότερο ανθεκτική.

Αρκεί να εξετάσει κανείς τους υπόλοιπους βασικούς δείκτες.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραµένει επί χρόνια έντονα ελλειµµατικό. Η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει πολύ περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα εξάγει. Το παραγωγικό της µοντέλο εξακολουθεί να βασίζεται σε µεγάλο βαθµό στην κατανάλωση, στον τουρισµό και στις υπηρεσίες, ενώ η µεταποίηση και η βιοµηχανική παραγωγή δεν έχουν ανακτήσει το χαµένο έδαφος της προηγούµενης δεκαετίας.

Το χρόνιο αυτό πρόβληµα δεν είναι απλώς ένας λογιστικός δείκτης. Σηµαίνει ότι η χώρα εξακολουθεί να χρηµατοδοτεί την ανάπτυξή της µε πόρους που προέρχονται από το εξωτερικό, γεγονός που την καθιστά περισσότερο ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, αυξήσεις επιτοκίων ή αναταράξεις στις χρηµατοπιστωτικές αγορές.

Επενδύσεις

Εξίσου προβληµατική είναι η εικόνα των επενδύσεων.

Παρά τις συνεχείς κυβερνητικές ανακοινώσεις περί επενδυτικής έκρηξης, οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά χαµηλότερα από τον µέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι παραγωγικές επενδύσεις, εκείνες δηλαδή που δηµιουργούν µόνιµες θέσεις εργασίας, αυξάνουν τις εξαγωγές και βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, δεν αυξάνονται µε τους ρυθµούς που απαιτούνται για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας.

Μεγάλο µέρος των επενδυτικών κεφαλαίων εξακολουθεί να κατευθύνεται στην αγορά ακινήτων, στον τουρισµό και σε δραστηριότητες χαµηλής τεχνολογικής έντασης. Αντίθετα, η βιοµηχανία, η καινοτοµία, η έρευνα, οι νέες τεχνολογίες και η παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέµενης αξίας εξακολουθούν να υπολείπονται των ευρωπαϊκών προτύπων.

Το πρόβληµα γίνεται ακόµη πιο εµφανές αν εξετάσει κανείς τη σύνθεση των εξαγωγών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε σηµαντικό βαθµό από προϊόντα περιορισµένης τεχνολογικής αξίας, ενώ οι εισαγωγές βιοµηχανικών προϊόντων, µηχανηµάτων και ενεργειακών αγαθών παραµένουν ιδιαίτερα υψηλές.

Η κυβέρνηση συχνά επικαλείται την ανάκτηση της επενδυτικής βαθµίδας και τη βελτίωση της εικόνας της χώρας στις διεθνείς αγορές. Πρόκειται ασφαλώς για θετικές εξελίξεις. Ωστόσο, η πιστοληπτική αξιολόγηση δεν αποτελεί από µόνη της ένδειξη ότι έχουν λυθεί τα διαρθρωτικά προβλήµατα της οικονοµίας. Οι αγορές αξιολογούν κυρίως την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους και τη δηµοσιονοµική σταθερότητα, όχι όµως το αν η χώρα διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση ή αν µπορεί να διατηρήσει υψηλούς ρυθµούς ανάπτυξης για τις επόµενες δεκαετίες.

Επιπλέον, η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασµάτων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη συνεχιζόµενη µείωση του χρέους. Αυτό όµως σηµαίνει ότι σηµαντικοί δηµόσιοι πόροι εξακολουθούν να κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του χρέους αντί να αξιοποιούνται για επενδύσεις σε υποδοµές, παιδεία, υγεία, έρευνα και παραγωγική ανασυγκρότηση.

Το µεγαλύτερο πρόβληµα, όµως, είναι ότι η δηµόσια συζήτηση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε έναν αριθµό: το ποσοστό του χρέους προς ΑΕΠ.

Μια οικονοµία δεν κρίνεται µόνο από έναν δείκτη.

Κρίνεται από την παραγωγικότητά της, από την ανταγωνιστικότητά της, από την ικανότητά της να παράγει προϊόντα που εξάγονται στις διεθνείς αγορές, από την ποιότητα των επενδύσεων που προσελκύει, από το επίπεδο των µισθών, από την τεχνολογική της πρόοδο και από το κατά πόσο µπορεί να δηµιουργήσει διατηρήσιµη ευηµερία χωρίς να εξαρτάται από την κατανάλωση, τον τουρισµό ή την οικοδοµική δραστηριότητα.

Νέο παραγωγικό µοντέλο

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό µοντέλο που θα αξιοποιεί τη βιοµηχανία, τον πρωτογενή τοµέα, την αγροδιατροφή, την αµυντική βιοµηχανία, την καινοτοµία, την έρευνα, την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τις εξαγωγές προϊόντων υψηλής προστιθέµενης αξίας. Μόνο έτσι θα µειωθεί διατηρήσιµα το εξωτερικό έλλειµµα και θα αποκτήσει η χώρα πραγµατική οικονοµική ανθεκτικότητα.

Αν ο κ. Πρωθυπουργός θέλει να αναφερθεί στο δηµόσιο χρέος, ας πει ολόκληρη την αλήθεια στους Έλληνες πολίτες. Ναι, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ µειώνεται και αυτό είναι θετικό. Όµως η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η πιο υπερχρεωµένη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και µέχρι να πάψει να κατέχει αυτή την αρνητική πρωτιά, οι πανηγυρισµοί περισσεύουν και η σοβαρή δουλειά είναι εκείνη που πρέπει να προηγηθεί.