Η χώρα μας βιώνει σήμερα τα επίχειρα μιας χρόνια αποσπασματικής, πρόχειρα και βιαστικά επιλεγμένης ενεργειακής πολιτικής, η οποία αποτελεί τη βασική αιτία της έλλειψης μιας εθνικής πολιτικής στον συγκεκριμένο τομέα, που σήμερα όσο ποτέ άλλοτε αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της οικονομίας και της κοινωνίας, των επιχειρήσεων και των καταναλωτών.
Σήμερα η κυβέρνηση θα ανακοινώσει κάποια μέτρα, που θα αφορούν κατά τις πληροφορίες το ένα σκέλος του προβλήματος, δηλαδή την κρατική ημι-παρέμβαση επί των τιμών, αλλά όχι όλων των τύπων των καυσίμων.
Η γενική εντύπωση είναι ότι άργησε να κινηθεί, αφήνοντας στο έλεος των αυξήσεων βιομηχανία, εμπόριο, οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Καθώς οι συνθήκες διεθνώς μεταβάλλονται σχεδόν καθημερινά και με δεδομένο ότι η χώρα – και όχι μόνο η παρούσα κυβέρνηση – δεν φρόντισε ποτέ να έχει εναλλακτικές, ειδικά σε περιπτώσεις κρίσεων, κάθε φορά, όπως και σήμερα, σπεύδει και βραδέως και χωρίς συγκεκριμένο ορίζοντα για τα επόμενα βήματα.
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η πράσινη μετάβαση δεν είναι χρήσιμη και αναγκαία. Αλλά, γεμίσαμε βουνοκορφές με ανεμογεννήτριες και πεδιάδες με φωτοβολταϊκά, χωρίς καμία ταυτόχρονη μέριμνα για χώρους και επενδύσεις αποθήκευσης και για ενίσχυση-αύξηση της χωρητικότητας του εθνικού δικτύου. Τα αποτελέσματα γνωστά. Πετάμε ή πουλάμε τζάπα πολύτιμη πράσινη ενέργεια, σήμερα, που τόσο πολύ τη χρειαζόμαστε.
Κλείσαμε τις λιγνιτικές μονάδες τρέχοντας, μη μας… κατηγορήσουν ότι δεν συμπλέουμε με το γενικότερο κλίμα της πράσινης ανάπτυξης, κάψαμε τα ακριβά πληρωμένα από τον Έλληνα φορολογούμενο μηχανήματα και τώρα μαθαίνουμε ότι καταστρέφονται και οι πύργοι ψύξης στις λιγνιτικές περιοχές της βόρειας Ελλάδας.
Αλλά, στηρίζουμε μονολιθικά τις μονάδες που λειτουργούν με το εισαγόμενο ακριβό φυσικό αέριο. Και επιλέγουμε φανατικά, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, το πανάκριβο αμερικανικό LNG. Κατά τα λοιπά, η ακρίβεια είναι εισαγόμενη, γιατί η βιομηχανία μας δουλεύει με…καθαρό και φθηνό αεράκι.
Οι απρόβλεπτες και συχνές τα τελευταία χρόνια, γεωπολιτικές ανατροπές, θα έπρεπε να μας είχαν διδάξει, όπως και οι ενεργειακές κρίσεις, που έχουν αλλάξει άρδην τις παγιωμένες για χρόνια πηγές καυσίμων. Και όπως πολύ ορθά αναφέρουν έμπειροι παράγοντες του ενεργειακού τομέα, οι εμπειρίες των τελευταίων ετών θα έπρεπε να μας επιβάλλουν μια νέα προσέγγιση. Ήτοι, έναν νέο ενεργειακό πραγματισμό.
Με απλά λόγια, πραγματισμός σημαίνει ότι ναι μεν, δεν εγκαταλείπεις τους κλιματικούς στόχους, αλλά δεν οργανώνεις την ενεργειακή σου πολιτική μονοσήμαντα, δηλαδή πάνω σε ένα μόνο σενάριο και δεν εγκαταλείπεις μια πηγή πριν εξασφαλίσει ότι η επόμενη μπορεί πράγματι να την αντικαταστήσει.
Κοινή διαπίστωση πλέον αποτελεί το γεγονός ότι στην χώρα μας, οι βασικές και πλέον κρίσιμες παράμετροι του ενεργειακού τομέα, ποτέ, δυστυχώς, δεν ακολούθησαν τον απαιτούμενο συγχρονισμό. Ήτοι, ΑΠΕ, αποθήκευση και δίκτυα, απολιγνιτοποίηση, έρευνα και πιθανή αξιοποίηση εγχώριων υδρογονανθράκων, εφόσον οι μελλοντικές γεωτρήσεις αποδειχθούν ικανές να καταστήσουν την Ελλάδα και παραγωγό φυσικού αερίου και πιθανόν πετρελαίου και όχι μόνο καταναλωτή.
