Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2026

Τη συμφωνία ανάμεσα σε Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια των ΗΠΑ και των παγκόσμιων αγορών με πάνω από 1,8 εκατομμύρια τόνους ντίζελ επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει το BBC. Η ανακοίνωση της Παρασκευής αποτελεί την πιο πρόσφατη προσπάθεια του Τραμπ να μειώσει τις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών.

Όπως ήταν φυσικό ο πρώτος που αντέδρασε στην ανακοίνωση της συμφωνίας ήταν ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος χαρακτήρισε το deal ως δώρο στον Πούτιν που ισοδυναμεί με «επένδυση σε έναν πόλεμο που πρέπει να τερματιστεί, όχι να παραταθεί», μια θέση που υποστηρίχθηκε αμέσως από τους Ευρωπαίους συμμάχους της Ουκρανίας.

Τι προβλέπει

Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι ο Πούτιν συμφώνησε να διαθέσει αμέσως 300.000 τόνους ντίζελ «στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά», ακολουθούμενους από 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και ακόμη ένα εκατομμύριο στη συνέχεια. Η σχετική ανάρτηση στο Truth Social: Όπως σημειώνει το BBC, φαίνεται ότι το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ αναστέλλει τις κυρώσεις επί των ρωσικών εξαγωγών ντίζελ έως τις 7 Απριλίου στο πλαίσιο της συμφωνίας, ωστόσο άλλα περιουσιακά στοιχεία, όπως αυτά που βρίσκονται σε αμερικανικές τράπεζες, παραμένουν δεσμευμένα.

Ο Τραμπ έγραψε στην πλατφόρμα του, το Truth Social, ότι θα παραδοθούν επιπλέον τρία εκατομμύρια τόνοι ρωσικού ντίζελ «σε σύντομο χρονικό διάστημα», ανάλογα με την κατάσταση των διυλιστηρίων της χώρας, τα οποία έχουν δεχτεί επιθέσεις από την Ουκρανία.

Ο Πούτιν δήλωσε στη συνέχεια ότι η Ρωσία, η οποία επέβαλε απαγόρευση στις εξαγωγές ντίζελ νωρίτερα φέτος, ήταν πρόθυμη να προμηθεύσει τόσο τις ΗΠΑ όσο και τις παγκόσμιες αγορές με πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου, αλλά στη δήλωσή του δεν διευκρίνισε τις ποσότητες.

Ο Ζελένσκι σημείωσε ότι η Ρωσία θα ανταποδώσει το πετρέλαιο με «περαιτέρω τρομοκρατία». «Βασιζόμαστε στη δίκαιη υποστήριξη της Αμερικής για την υπεράσπιση της ζωής μας, για την υπεράσπιση του λαού της Ουκρανίας – και στο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έχουν μια αντίστοιχα σκληρή συζήτηση με τη Ρωσία. Μια σκληρή συζήτηση, όχι μια αδύναμη», έγραψε στο Χ. Στη συνέχεια, χαρακτήρισε τις θανατηφόρες νυχτερινές επιθέσεις στη Ζαπορίζια και το Κίεβο ως έκφραση «ευγνωμοσύνης» της Ρωσίας για τη συμφωνία.

«Δεν θα έχει επίδραση»

Αναλυτές έχουν αμφισβητήσει αν η Ρωσία είναι σε θέση να παραδώσει αυτή την ποσότητα ντίζελ και σε ποιο βαθμό αυτό θα συμβάλει στη μείωση των τιμών για τους Αμερικανούς καταναλωτές, τονίζει το BBC. Ο Τιμ Άρμιτατζ, στρατηγικός αναλυτής επενδύσεων στην Quilter Cheviot, δήλωσε ότι τα νούμερα που ανέφερε ο Τραμπ ήταν «σχετικά μικρά».

Ο ίδιος ανέφερε ότι η πρώτη δόση αντιστοιχούσε σε περίπου 2,25 εκατομμύρια βαρέλια, ενώ η ημερήσια κατανάλωση στις ΗΠΑ κυμαίνεται γύρω στα 3,8 εκατομμύρια βαρέλια, «οπότε δεν θα έχει ουσιαστική επίδραση στις τιμές στα βενζινάδικα των ΗΠΑ».

«Βεβαίως, θα ακολουθήσουν ακόμη δύο αποδεσμεύσεις, αλλά φαίνεται να πρόκειται για μια κάπως απελπισμένη κίνηση εκ μέρους του προέδρου Τραμπ, στην προσπάθειά του να μειώσει τον πληθωρισμό πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές», εξήγησε ο ίδιος. Το BBC ρώτησε τον Λευκό Οίκο τι θα λάβει η Ρωσία από τις ΗΠΑ ως αντάλλαγμα για τη δέσμευση αυτή.

Αντιδράσεις από συμμάχους

Η συμφωνία με τη Ρωσία εκθέτει επίσης τον Τραμπ σε κριτική από τους Ευρωπαίους συμμάχους και τους φιλο-ουκρανούς πολιτικούς στις ΗΠΑ, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος συμβάλλει πλέον στη χρηματοδότηση του πολεμικού μηχανισμού της Μόσχας.

Η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Κάγια Κάλας, δήλωσε ότι η αναστολή των κυρώσεων «παρέχει στη Μόσχα περισσότερα έσοδα για να διεξάγει τον πόλεμο», προσθέτοντας: «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να χαλαρώσει η πίεση προς τη Ρωσία, και η Ευρώπη δεν θα το κάνει».

Η Κάλας ανέφερε ότι οι Ευρωπαίοι υπουργοί Εξωτερικών σκοπεύουν να εγκρίνουν σήμερα το μεγαλύτερο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας από την έναρξη της πλήρους εισβολής της. Εν τω μεταξύ, εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι η θέση της «δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής» και ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τους διεθνείς εταίρους για τη στήριξη της Ουκρανίας και την επίτευξη διαρκούς ειρήνης.

«Θα συνεχίσουμε επίσης να ασκούμε πίεση στη Ρωσία μέσω του αυστηρότερου καθεστώτος κυρώσεων που έχει επιβάλει ποτέ το Ηνωμένο Βασίλειο, αυξάνοντας το κόστος της επιθετικότητας του Πούτιν και υποστηρίζοντας τις προσπάθειες για την επίτευξη μιας δίκαιης και διαρκούς ειρήνης», τόνισε.

Ο στόχος του Τραμπ

Η ανακοίνωση της Παρασκευής αποτελεί την πιο πρόσφατη προσπάθεια του Τραμπ να μειώσει τις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών, μετά από μήνες που βρέθηκε αντιμέτωπος με τις πολιτικές συνέπειες του πολέμου με το Ιράν. Ο πόλεμος, που ξέσπασε τον Φεβρουάριο, έχει προκαλέσει εκτόξευση των τιμών της βενζίνης και, ιδίως, του ντίζελ, γεγονός που έχει επιδεινώσει την εικόνα του στα μάτια του αμερικανικού κοινού, το οποίο έχει πληγεί από τις υψηλότερες τιμές στα βενζινάδικα και τις επακόλουθες επιπτώσεις που οδήγησαν σε γενικευμένο πληθωρισμό, υπογραμμίζει το BBC.

Η μέση τιμή του πετρελαίου ντίζελ στις ΗΠΑ ανέρχεται επί του παρόντος στα 6,28 δολάρια ανά γαλόνι, σύμφωνα με την AAA, σημειώνοντας πτώση σε σχέση με το ιστορικό υψηλό των 6,53 δολαρίων που καταγράφηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου. Λίγο μετά την ανακοίνωση του Τραμπ, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ εξέδωσε επίσημα μια προσωρινή άδεια που επιτρέπει την είσοδο ρωσικού ντίζελ στην αγορά.

Οι δηλώσεις της Μόσχας

Ο Πούτιν δήλωσε ότι είχε συνομιλήσει με τον Τραμπ σχετικά με την παγκόσμια ενεργειακή κατάσταση την Παρασκευή, προσθέτοντας ότι: «Η ρωσική πλευρά επιβεβαίωσε τη διάθεσή της να προμηθεύσει πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα στην αγορά των ΗΠΑ και στις παγκόσμιες αγορές γενικότερα».

Ο απεσταλμένος του Πούτιν, Κιρίλ Ντμιτρίεφ χαιρέτισε τη συμφωνία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δηλώνοντας: «Η συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ στον τομέα του ντίζελ και της ενέργειας θα ωφελήσει τον κόσμο». Η Ρωσία αντιμετώπισε φέτος δύο κύματα σοβαρής έλλειψης καυσίμων σε ολόκληρη τη χώρα, ως αποτέλεσμα των επιθέσεων ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου.

Η παραγωγή ντίζελ της χώρας έχει μειωθεί κατά σχεδόν 30%, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας. Ο Τραμπ εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για αυτές τις επιθέσεις, ρίχνοντας σε αυτές την ευθύνη για την αύξηση των τιμών των καυσίμων. Ωστόσο, ο Ζελένσκι υπερασπίστηκε τις επιθέσεις την Παρασκευή, αναφέροντας ότι αποτελούσαν απάντηση στην «εδώ και χρόνια εκστρατεία τρόμου της Ρωσίας εναντίον του ενεργειακού τομέα της Ουκρανίας». «Η Ουκρανία δεν θα βάλει φωτιά στα ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου, αν η Ρωσία δεν καταστρέψει τις ενεργειακές μας υποδομές», σημείωσε.

Δημοσίευμα του Axios

Η άρνηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι να διακόψει τις ουκρανικές επιθέσεις στις ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης φέρεται να αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει σε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ, σύμφωνα με δημοσίευμα του Axios που επικαλείται Αμερικανό αξιωματούχο με γνώση των σχετικών διαβουλεύσεων.

Κατά την ίδια πηγή, η Ουάσιγκτον είχε ζητήσει περίπου έξι φορές από το Κίεβο να σταματήσει τα πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια, χωρίς να εισακουστεί. Η εξέλιξη αυτή φέρεται να επιβάρυνε τις σχέσεις του Αμερικανού προέδρου με τον Ουκρανό ομόλογό του, οδηγώντας την αμερικανική πλευρά σε μια ενεργειακή συμφωνία με τη Μόσχα, η οποία περιλαμβάνει την αποστολή περισσότερων από 300.000 τόνων ρωσικού ντίζελ και τη χαλάρωση ορισμένων κυρώσεων στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας προκάλεσε την αντίδραση του Ζελένσκι, ο οποίος έκανε λόγο για μια «άδικη» και «ανέντιμη» απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία αποκτά πρόσθετους οικονομικούς πόρους ενώ συνεχίζει τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.

Δυσαρέσκεια Λευκού Οίκου

Σύμφωνα με το Axios, η συνέχιση των επιθέσεων στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές έχει προκαλέσει ενόχληση στην αμερικανική κυβέρνηση. Ο αξιωματούχος που μίλησε στο μέσο εκτίμησε ότι ο Ζελένσκι «διαβάζει λάθος την κατάσταση», καθώς η τακτική του Κιέβου φέρεται να υπονομεύει τις σχέσεις που είχε καταφέρει να οικοδομήσει με τον Τραμπ τους τελευταίους μήνες.

Τα ουκρανικά πλήγματα έχουν περιορίσει τις δυνατότητες διύλισης της Ρωσίας και έχουν εντείνει τα προβλήματα στην εγχώρια αγορά καυσίμων της χώρας. Η Μόσχα, από την πλευρά της, επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ, εξέλιξη που επιβάρυνε περαιτέρω τις διεθνείς αγορές ενέργειας, οι οποίες βρίσκονται ήδη υπό πίεση εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν. Η επίδραση αυτών των εξελίξεων στις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ φέρεται να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στους υπολογισμούς του Τραμπ.

Όπως αναφέρει το Axios, ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρούσε ότι τα πλήγματα στις ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης συνέβαλλαν στην αύξηση των τιμών που καλούνται να πληρώσουν οι Αμερικανοί καταναλωτές και ζητούσε από την Ουκρανία να τα σταματήσει, ακόμη και χωρίς αντίστοιχη δέσμευση από τη Ρωσία.

Αντιπρόταση Ζελένσκι

Το Κίεβο επιχείρησε να συνδέσει τη διακοπή των επιθέσεων στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές με την παύση των ρωσικών πληγμάτων στις ουκρανικές εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής. Ειδικότερα, ο Ζελένσκι πρότεινε στον Τραμπ και στους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ μια αμοιβαία συμφωνία, βάσει της οποίας η Ουκρανία θα σταματούσε να πλήττει τα ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Μόσχα διέκοπτε τις επιθέσεις στους ουκρανικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Η πρόταση, ωστόσο, δεν έγινε δεκτή από την αμερικανική πλευρά. Σύμφωνα με τον αξιωματούχο που επικαλείται το Axios, ο Τραμπ δεν θεωρούσε ότι οι δύο κατηγορίες επιθέσεων ήταν ισοδύναμες και επέμενε στην άνευ όρων διακοπή των ουκρανικών πληγμάτων. Η διαφωνία αποτυπώνει τη διαφορετική προσέγγιση Ουάσιγκτον και Κιέβου ως προς τη χρήση των ενεργειακών υποδομών στον πόλεμο.

Για την ουκρανική πλευρά, η παύση των επιθέσεων δεν μπορεί να είναι μονομερής όσο η Ρωσία εξακολουθεί να πλήττει κρίσιμες υποδομές της χώρας. Για την κυβέρνηση Τραμπ, αντιθέτως, η αποκλιμάκωση των επιπτώσεων στις διεθνείς αγορές καυσίμων φαίνεται να αποτελεί αυτοτελή προτεραιότητα.

Γουίτκοφ και Κούσνερ

Η αντιπαράθεση ήρθε στο προσκήνιο κατά τις συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή στο Μαϊάμι και διήρκεσαν περίπου οκτώ ώρες. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ ενημέρωσαν την ουκρανική αντιπροσωπεία ότι ο Τραμπ επρόκειτο να επικοινωνήσει με τον Πούτιν και ότι εξέταζε την άρση κυρώσεων που συνδέονται με τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.

Οι Αμερικανοί απεσταλμένοι φέρονται να συνέδεσαν την απόφαση με την άρνηση του Κιέβου να ανταποκριθεί στις επανειλημμένες εκκλήσεις για τερματισμό των επιθέσεων στα διυλιστήρια. Ουκρανός αξιωματούχος υποστήριξε, μάλιστα, ότι κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων διατυπώθηκε το ενδεχόμενο διακοπής της αμερικανικής παροχής πληροφοριών προς την Ουκρανία, εάν οι επιθέσεις συνεχίζονταν.

Η αμερικανική πλευρά αρνείται ότι απείλησε με ένα τέτοιο μέτρο. Κατά την εκδοχή του Αμερικανού αξιωματούχου, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ υπενθύμισαν στην ουκρανική αντιπροσωπεία ότι οι ΗΠΑ παρέχουν στο Κίεβο όπλα και πληροφορίες, υποστηρίζοντας ότι η συνεργασία αυτή δεν θα πρέπει να συνοδεύεται από ενέργειες που επιβαρύνουν οικονομικά τους Αμερικανούς πολίτες. «Προκαλούν πόνο στη Ρωσία, αλλά προκαλούν πόνο και στις ΗΠΑ», φέρεται να ήταν το επιχείρημα που προβλήθηκε για τα ουκρανικά πλήγματα στις ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης.