Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2026

Απόφαση – σταθμό εξέδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), με την οποία έβαλε οριστικό «μπλόκο» στην κατάσχεση και τον πλειστηριασμό της πρώτης κατοικίας για χρέη προς το Δημόσιο, υπό την προϋπόθεση ότι, ο οφειλέτης διαθέτει και άλλα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να κατασχεθούν.

Η ιστορική αυτή απόφαση του ΣτΕ βασίζεται στις συνταγματικές επιταγές για την προστασία της οικογενειακής στέγης και στην αρχή της αναλογικότητας, κρίνοντας ότι η στέρηση της κατοικίας πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέτρο προστασίας των δημόσιων εσόδων.

Η απόφαση καλύπτει όλες τις κατηγορίες χρεών που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ). Συγκεκριμένα αφορά οφειλές προς: Το Δημόσιο και τις Δ.Ο.Υ. (Εφορία), τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) α’ και β’ βαθμού (Δήμοι και τις Περιφέρειες), καθώς επίσης τα Ασφαλιστικά Ταμεία και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ).

Η απόφαση φέρνει επίσης μία εξαιρετικά σημαντική ανατροπή, καθώς σύμφωνα με το ΣτΕ ο οφειλέτης έχει πλέον το δικαίωμα να ασκήσει δικαστική ανακοπή σε οποιοδήποτε στάδιο της εκτελεστικής διαδικασίας.

Δικαστική διαμάχη

Ενώ μέχρι σήμερα γινόταν δεκτό ότι η ανακοπή μπορούσε να υποβληθεί μόνο στην αρχή (κατά της κατασχετήριας έκθεσης), πλέον ο πολίτης μπορεί να αμυνθεί δικαστικά από το αρχικό στάδιο έως και το τελικό, δηλαδή αυτό της έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού.

Η δικαστική διαμάχη ξεκίνησε όταν η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά ενέταξε σε πρόγραμμα πλειστηριασμού το 50% μιας μεζονέτας 162 τ.μ. στο Μοσχάτο, η οποία αποτελούσε την κύρια κατοικία διευθύνοντος συμβούλου εταιρείας, για ληξιπρόθεσμα εταιρικά χρέη ύψους 142.917 ευρώ.

Η αξία του μεριδίου εκτιμήθηκε στα 100.000 ευρώ με τιμή πρώτης προσφοράς τις 80.000 ευρώ. Ο οφειλέτης προσέφυγε στη δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, καθώς διέθετε και άλλη ακίνητη περιουσία σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, την οποία το Δημόσιο θα μπορούσε να κατασχέσει αντί για το σπίτι του.

Το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του Δημοσίου, επικυρώνοντας τις προηγούμενες αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου και Εφετείου. Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι: Η κατοικία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Ελεύθερη ανάπτυξη

Το δικαστήριο με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια την σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου, υπογραμμίζοντας ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας».

Και η κρατική μέριμνα για την πρώτη κατοικία «ανάγεται στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελούντων υπό την εγγύηση του κράτους και υποχρεούνται να διασφαλίζουν, ώστε να είναι αποτελεσματική, όλα τα κρατικά όργανα, κατά χαρακτηριστική διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος».

Στο πλαίσιο αυτό, οι σύμβουλοι Επικρατείς επισημαίνουν ότι σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά και «την απορρέουσα ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, οσάκις η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος χωρεί με τη λήψη μέτρου που έχει ως συνέπεια τη στέρηση της κατοικίας ορισμένου προσώπου, πρέπει, για την εγκυρότητα κάθε πράξης που κατατείνει στην πραγμάτωση του μέτρου, από οποιαδήποτε κρατικό όργανο και αν εκδίδεται και σε κάθε στάδιο της οικείας διαδικασίας, να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί πριν, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα».

Διατάξεις του ΚΕΔΕ

Τέλος, υπογραμμίζεται στη δικαστική απόφαση ότι κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ «η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση.

Στην αντίθετη περίπτωση η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη». Μάλιστα, η παρανομία δεν αφορά μόνο την κατασχετήρια έκθεση, αλλά και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας των πλειστηριασμών. Η κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας είναι νόμιμη μόνο όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και αποκλειστεί τεκμηριωμένα η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απαίτηση του Δημοσίου.