Μια φαινομενικά συνηθισμένη λειτουργία στην εξυπηρέτηση πελατών φέρεται να είχε μετατραπεί σε εργαλείο απόκρυψης συναλλαγών, σε μια υπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο τη χρήση της τεχνολογίας για την παράκαμψη φορολογικών υποχρεώσεων. Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ειδικό λογισμικό, το οποίο, σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία, έδινε τη δυνατότητα ολοκλήρωσης παραγγελιών χωρίς να εκδίδεται η αντίστοιχη απόδειξη.
Η υπόθεση αφορά το δίκτυο που συνδέεται με καταστήματα franchise της Pizza Fan και έχει ήδη οδηγήσει σε ποινικές διώξεις για σοβαρά αδικήματα σε βάρος 23 συλληφθέντων. Οι λεπτομέρειες που δημοσιοποίησαν οι αρχές περιγράφουν έναν μηχανισμό με διακριτούς ρόλους, τεχνική υποστήριξη, οικονομική διαχείριση και διαδικασίες μεταφοράς χρημάτων, ενώ η έρευνα για την έκταση της φερόμενης φοροδιαφυγής βρίσκεται σε εξέλιξη.
Το κουμπί «κέρασμα» και οι συναλλαγές χωρίς αποδείξεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., οι παραγγελίες καταχωρίζονταν κανονικά στο κεντρικό σύστημα παραγγελιοληψίας και στη συνέχεια διαβιβάζονταν στα καταστήματα για την εκτέλεσή τους. Κατά την ολοκλήρωση κάθε συναλλαγής, ο υπάλληλος μπορούσε να εκδώσει απόδειξη για πληρωμή είτε με μετρητά είτε με κάρτα ή να ακυρώσει την παραγγελία.
Ωστόσο, για ορισμένες παραγγελίες, οι οποίες φέρεται να επιλέγονταν μέσω ειδικού αλγορίθμου, εμφανιζόταν μια πρόσθετη δυνατότητα με την ονομασία «κέρασμα».
Μέσω αυτής της λειτουργίας, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, η παραγγελία μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς να εκδοθεί η προβλεπόμενη απόδειξη.
Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι η συναλλαγή δεν εξαφανιζόταν από το κεντρικό σύστημα. Αντίθετα, εξακολουθούσε να καταγράφεται εκεί, γεγονός που, σύμφωνα με τις αρχές, επέτρεπε στα εμπλεκόμενα πρόσωπα να παρακολουθούν την πραγματική οικονομική δραστηριότητα των καταστημάτων και να υπολογίζουν τα ποσά που φέρονται να αποκρύπτονταν από τις φορολογικές αρχές.
Με άλλα λόγια, η επίμαχη λειτουργία φέρεται να δημιουργούσε δύο διαφορετικές εικόνες: από τη μία, την πραγματική κίνηση των παραγγελιών και των εσόδων στο εσωτερικό σύστημα και, από την άλλη, τα ποσά που αποτυπώνονταν στις φορολογικές συναλλαγές.
Αυτός είναι και ο πυρήνας της έρευνας για τον μηχανισμό που περιγράφει η ΕΛ.ΑΣ., καθώς η μη έκδοση αποδείξεων φέρεται να οδηγούσε στην απόκρυψη μέρους του κύκλου εργασιών και, κατ’ επέκταση, στη μη απόδοση των αναλογούντων φόρων.
Το βίντεο της ΕΛ.ΑΣ με το ειδικό λογισμικό που «εξαφάνιζε» έσοδα:
Τα μετρητά, οι μηνιαίες συναντήσεις και η οικονομική εικόνα του δικτύου
Η έρευνα δεν περιορίστηκε στον τρόπο λειτουργίας του λογισμικού. Οι αστυνομικές αρχές περιγράφουν επίσης μια διαδικασία συγκέντρωσης και διακίνησης των φερόμενων παράνομων εσόδων, με κεντρικό ρόλο να αποδίδεται στα πρόσωπα που, κατά την έρευνα, βρίσκονταν στην κορυφή της οργάνωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, τα χρήματα μεταφέρονταν σε μετρητά, με τη λήψη μέτρων ασφαλείας, και παραδίδονταν κατά τη διάρκεια μηνιαίων συναντήσεων με τη συμμετοχή μελών του δικτύου.
Οι συναντήσεις αυτές φέρεται να πραγματοποιούνταν σε συγκεκριμένη αίθουσα εμπορικού κέντρου. Εκεί, παράλληλα με τη διακίνηση των χρημάτων, παρουσιαζόταν και παρακολουθούνταν η οικονομική πορεία του δικτύου σε συνάρτηση με την αποδιδόμενη παράνομη δραστηριότητα.
Η περιγραφή αυτή αποτελεί βασικό σκέλος της δικογραφίας, καθώς οι αρχές εξετάζουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να αποκρύπτονταν τα έσοδα, αλλά και τη διαδρομή που ακολουθούσαν τα χρήματα μετά τη συγκέντρωσή τους.
Η εταιρική δομή και οι δεσμοί με το εξωτερικό
Στο μικροσκόπιο της οικονομικής έρευνας βρέθηκε και η εταιρική δομή που συνδέεται με την υπόθεση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρχών, το πρόσωπο που φέρεται να είχε ηγετικό ρόλο στην οργάνωση κατείχε ποσοστό 0,01% στην ελληνική εταιρεία, ενώ το υπόλοιπο 99,99% ανήκε σε εταιρεία με έδρα το εξωτερικό. Ως πραγματικοί ιδιοκτήτες της τελευταίας φέρονται, σύμφωνα με την έρευνα, ο αρχηγός και ο υπαρχηγός της ομάδας.
Οι αρχές εξετάζουν τη συγκεκριμένη εταιρική διάρθρωση σε συνδυασμό με την κίνηση των χρημάτων και τη φερόμενη απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Σύμφωνα με την αστυνομική ανακοίνωση, η αποδιδόμενη πρακτική είχε ως αποτέλεσμα τη μη απόδοση φόρων στο ελληνικό Δημόσιο, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούνταν ο χρηματοπιστωτικός τομέας για την τοποθέτηση και διακίνηση μεγάλων χρηματικών ποσών που προέρχονταν από την ελληνική εταιρεία.
Ποιοι φέρονται να είχαν τους βασικούς ρόλους
Η έρευνα της ΕΛ.ΑΣ. αποδίδει διαφορετικές αρμοδιότητες στα πρόσωπα που φέρονται να συμμετείχαν στον μηχανισμό, από τον κεντρικό συντονισμό και την οικονομική διαχείριση έως την τεχνική λειτουργία του συστήματος και την εποπτεία των καταστημάτων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί:
- Ο 68χρονος, ιδιοκτήτης και διαχειριστής της εταιρείας franchise των καταστημάτων, φέρεται να είχε ηγετικό ρόλο, με ευθύνη για τη διαχείριση της εταιρείας και τη διαμόρφωση της δομής της ομάδας.
- Ο 51χρονος, ιδιοκτήτης της εταιρείας με έδρα το εξωτερικό, στην οποία ανήκε η ελληνική εταιρεία, φέρεται να είχε ρόλο υπαρχηγού και βασικού επιχειρησιακού διαχειριστή, με αρμοδιότητες οικονομικού διευθυντή.
- Ο 57χρονος, διευθυντής λειτουργίας, φέρεται να λειτουργούσε ως σύνδεσμος μεταξύ των προσώπων που βρίσκονταν στην κορυφή και των καταστημάτων. Σύμφωνα με την έρευνα, συντόνιζε και επέβλεπε τη λειτουργία του μηχανισμού, διαχειριζόταν καταγγελίες πελατών, μετέφερε οδηγίες και χειριζόταν οικονομικά και λειτουργικά ζητήματα, ενώ φέρεται να ενημέρωνε για επικείμενους ελέγχους.
- Ο 51χρονος διευθυντής μηχανογράφησης, ο οποίος ήταν επίσης διαχειριστής του πληροφοριακού συστήματος παραγγελιοληψίας, φέρεται να είχε την ευθύνη των τεχνικών λειτουργιών του μηχανισμού.
- Ο 37χρονος, εργαζόμενος στο λογιστήριο και διαχειριστής καταστήματος, φέρεται να είχε αναλάβει την καταγραφή, παρακολούθηση, κατανομή, είσπραξη και διακίνηση των παράνομων εσόδων.
- Ο 47χρονος φέρεται να συμμετείχε στην οικονομική παρακολούθηση και διαχείριση, καθώς και στην εφαρμογή του επίμαχου μηχανισμού.
- Ο 40χρονος, διαχειριστής δύο καταστημάτων, φέρεται να είχε ρόλο στην παράνομη λειτουργία του συστήματος.
- Ο 43χρονος, διαχειριστής καταστημάτων στη Θεσσαλονίκη και επιθεωρητής καταστημάτων σε περιοχές της Ελλάδας, φέρεται να γνώριζε πλήρως τον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού.
- Ο 44χρονος, με ρόλο επιθεωρητή καταστημάτων, φέρεται να επικοινωνούσε με τα ηγετικά μέλη, να μετέφερε οδηγίες και να συντόνιζε τη λειτουργία του συστήματος.
Οι παραπάνω περιγραφές αποτυπώνουν τους ρόλους που αποδίδονται από τις αρχές στα συγκεκριμένα πρόσωπα και δεν συνιστούν δικαστική κρίση επί της ενοχής τους.
1,28 εκατ. ευρώ σε μετρητά, υπολογιστές και πολυτελή αντικείμενα
Το εύρος των ερευνών αποτυπώνεται και στα κατασχεθέντα αντικείμενα. Κατά τις έρευνες σε γραφεία, καταστήματα και κατοικίες, οι αρχές εντόπισαν και κατέσχεσαν:
- 1.288.732,60 ευρώ σε μετρητά.
- 52 κεντρικές μονάδες υπολογιστών.
- Έναν φορολογικό μηχανισμό.
- Έξι πολυτελή αυτοκίνητα και τρεις μοτοσυκλέτες.
- 92 πολυτελή ρολόγια και κοσμήματα.
- Πλήθος σημειώσεων, κινητών τηλεφώνων, USB sticks, tablets, φορητών υπολογιστών και σκληρών δίσκων.
Τα ψηφιακά πειστήρια αναμένεται να εξεταστούν εργαστηριακά από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, ενώ τα κατασχεθέντα χρήματα θα αποσταλούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Παράλληλα, έχουν κινηθεί διαδικασίες για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκόμενων προσώπων, έπειτα από σχετικό αίτημα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος προς την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.
Στο φορολογικό σκέλος, έχουν συνταχθεί συνολικά 108 εκθέσεις ελέγχου για τα έτη 2023, 2024, 2025 και 2026, οι οποίες διαβιβάστηκαν στην ΑΑΔΕ για τον προσδιορισμό των διαφυγόντων φόρων και τον υπολογισμό του ύψους της φοροδιαφυγής.
Η εκτιμώμενη ζημιά ξεπερνά τα 35 εκατ. ευρώ
Το οικονομικό μέγεθος της υπόθεσης είναι ιδιαίτερα σημαντικό, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής εκτιμήσεις των αρχών.
Για την περίοδο από το 2016 έως το 2026, η ζημιά που φέρεται να υπέστη το ελληνικό Δημόσιο από τη μη απόδοση φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 35 εκατομμύρια ευρώ.
Την ίδια ώρα, η φορολογητέα ύλη που εκτιμάται ότι αποκρύφθηκε υπερβαίνει τα 150 εκατομμύρια ευρώ.
Οι δύο αριθμοί αποτυπώνουν διαφορετικά μεγέθη: τα 150 εκατ. ευρώ αφορούν τη φορολογητέα ύλη που φέρεται να αποκρύφθηκε, ενώ τα 35 εκατ. ευρώ αφορούν την εκτιμώμενη απώλεια εσόδων του Δημοσίου από τους αναλογούντες φόρους. Πρόκειται για εκτιμήσεις στο πλαίσιο της έρευνας, οι οποίες συνδέονται με τον φορολογικό έλεγχο και τον προσδιορισμό των τελικών ποσών.
Ποινικές διώξεις σε βάρος 23 συλληφθέντων
Στο μεταξύ, σε βάρος των 23 συλληφθέντων ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για κακουργηματικές πράξεις. Οι κατηγορίες, κατά περίπτωση, αφορούν:
- Συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης.
- Φοροδιαφυγή άνω των 150.000 ευρώ μέσω μη απόδοσης ΦΠΑ.
- Υποβολή ανακριβών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος.
- Άμεση συνέργεια στις συγκεκριμένες πράξεις.
- Ιδιαίτερα διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Η περαιτέρω δικαστική διερεύνηση θα κρίνει τις επιμέρους ευθύνες των κατηγορουμένων και την έκταση των πράξεων που τους αποδίδονται.
Η υπεράσπιση αμφισβητεί τις κατηγορίες
Από την πλευρά της υπεράσπισης, ο δικηγόρος Όθων Παπαδόπουλος, ο οποίος εκπροσωπεί κατηγορούμενο της υπόθεσης, εξέφρασε τη διαφωνία του με τις διώξεις κατά την έξοδό του από τα δικαστήρια της Ευελπίδων.
Όπως ανέφερε, η υπεράσπιση προτίθεται να ζητήσει προθεσμία προκειμένου να προετοιμαστεί για τις απολογίες, οι οποίες δεν είχαν ακόμη οριστεί κατά τον χρόνο των δηλώσεών του.
Ο ίδιος έκανε λόγο για υπερβολή σε ορισμένες από τις αποδιδόμενες πράξεις, επισημαίνοντας ότι πληρέστερη εικόνα θα διαμορφωθεί μετά τη μελέτη του υλικού της δικογραφίας.
Μια υπόθεση που τώρα περνά στο επόμενο στάδιο
Η έρευνα για το επίμαχο λογισμικό, τις συναλλαγές χωρίς αποδείξεις, τη διακίνηση των χρημάτων και την εταιρική δομή έχει πλέον περάσει στο πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι να αποσαφηνιστεί ποιος είχε γνώση και έλεγχο του μηχανισμού, πώς λειτουργούσε στην πράξη, ποια ποσά αποκρύφθηκαν και ποιες ευθύνες αναλογούν σε κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο.
Τα κατασχεθέντα ψηφιακά αρχεία, οι φορολογικές εκθέσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας αναμένεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη συνέχεια της υπόθεσης.
Με 23 συλλήψεις, περισσότερα από 1,28 εκατ. ευρώ σε κατασχεθέντα μετρητά και εκτιμώμενη ζημιά για το Δημόσιο άνω των 35 εκατ. ευρώ, η υπόθεση αναδεικνύει τη σημασία των ελέγχων όχι μόνο στις δηλωμένες συναλλαγές, αλλά και στα πληροφοριακά συστήματα μέσω των οποίων αυτές καταγράφονται.
