Με το 84,5% των ψηφοδελτίων να έχει καταμετρηθεί έως τις 12:34 μ.μ., τα μερικά αποτελέσματα που δημοσίευσε η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή του Ισραήλ αποδίδουν 54 έδρες στο συνασπισμό υπό την ηγεσία του Μπέντζαμιν Νετανιάχου και 49 έδρες στο συνασπισμό υπό την ηγεσία του Γκάντι Άιζενκοτ του κόμματος Γιάσαρ.
Τα κόμματα υπό αραβική ηγεσία — η «Κοινή Λίστα» και το «Ραάμ» — πέφτουν στις 17 έδρες. Κόμματα που βρίσκονται επί του παρόντος κάτω από το όριο του 3,25% για την είσοδο τους στην Κνεσέτ: «Εφέδροι» (2,7%), «Λαός του Ισραήλ» (1,6%), «Χαρέντι Πούμπλ» (0,2%).
Το αποτέλεσμα αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν μετά από μια παρατεταμένη περίοδο πολέμου, έντονων κοινωνικών αντιθέσεων και σφοδρής κριτικής προς την κυβέρνηση για τη διαχείριση των ζητημάτων εθνικής ασφάλειας. Η πολιτική αντιπαράθεση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στο πρόσωπο του Νετανιάχου, με τους αντιπάλους του να ζητούν πολιτική αλλαγή και τον ίδιο να προβάλλει την εμπειρία του ως εγγύηση σταθερότητας.
🚨 ÚLTIMA HORA: ¡APARECE NETANYAHU! 🇮🇱
Benjamin Netanyahu sale a hablar en medio del dramático vuelco de los sondeos electorales en Israel.
Fiesta en el bastión del Likud. 💪🇮🇱 https://t.co/atRznGq9rl
— Isaac (@isaacrrr7) October 28, 2026
Η ιστορική συμμετοχή και η ανατροπή της αραβικής ψήφου
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των εκλογών είναι η εξαιρετικά υψηλή συμμετοχή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, το 77,7% των ψηφοφόρων προσήλθε στις κάλπες, έναντι 70,6% το 2022. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό εκλογικής συμμετοχής από το 1999, γεγονός που αποτυπώνει την ένταση της πολιτικής αναμέτρησης και την κινητοποίηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 20% του πληθυσμού. Σύμφωνα με τις αραβικές πολιτικές δυνάμεις, η συμμετοχή στις κοινότητές τους ξεπέρασε το 75%, ενώ οι πρώτες εκλογικές προβολές τούς έδιναν συνολικά 16 έδρες, επίδοση που ενδέχεται να αποδειχθεί ιστορική.
Η κινητοποίηση αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αντίδραση απέναντι στην πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου και ιδιαίτερα απέναντι στους δύο ισχυρότερους εκπροσώπους της ισραηλινής ακροδεξιάς, τον Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και τον Μπετσαλέλ Σμότριτς.
Η αύξηση της εγκληματικότητας στις αραβικές κοινότητες, οι καταγγελίες για ανεπαρκή αστυνόμευση και η στάση της κυβέρνησης απέναντι στον αραβικό πληθυσμό συνέβαλαν στη δημιουργία ενός ισχυρού κινήτρου συμμετοχής. Για πολλούς Άραβες ψηφοφόρους, η προσέλευση στις κάλπες είχε άμεσο πολιτικό στόχο την αποδυνάμωση της σημερινής κυβερνητικής συμμαχίας.
Ο επικεφαλής της Κοινής Λίστας, Γιούσεφ Τζαμπαρίν, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα ιστορική ημέρα για την αραβική κοινότητα, υποστηρίζοντας ότι πλέον αποτελεί πολιτική δύναμη που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αντίστοιχα, ο επικεφαλής του Ra’am, Μανσούρ Αμπάς, απέδωσε την εκλογική άνοδο στην πολιτική των Μπεν Γκβιρ και Σμότριτς.
Ωστόσο, η αυξημένη αραβική συμμετοχή δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πολιτικό παράδοξο. Οι αραβικές ψήφοι ενδέχεται να στερήσουν από τον Νετανιάχου την πλειοψηφία που χρειάζεται, χωρίς να εξασφαλίζουν στον Άιζενκοτ τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση.
Γιατί ο Άιζενκοτ δεν μπορεί εύκολα να κυβερνήσει
Η βασική δυσκολία για τον Άιζενκοτ βρίσκεται στις πολιτικές διαφορές μεταξύ των πιθανών συμμάχων του. Η αντιπολίτευση περιλαμβάνει κόμματα της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς, καθώς και τις αραβικές πολιτικές δυνάμεις, που διαφωνούν σε θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με το μέλλον του Ισραήλ.
Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν έχουν αποκλείσει την προοπτική σχηματισμού κυβέρνησης με τη συμμετοχή ή τη στήριξη αραβικών κομμάτων. Η στάση τους περιορίζει αισθητά τις δυνατότητες του Άιζενκοτ, καθώς χωρίς τις αραβικές έδρες ο αντινετανιαχικός συνασπισμός δεν διαθέτει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Αλλά και ο ίδιος ο Άιζενκοτ έχει θέσει συγκεκριμένους όρους για τη συμμετοχή κομμάτων σε μια μελλοντική κυβέρνηση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αναγνώριση του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους και η αναγνώριση της Χαμάς ως τρομοκρατικής οργάνωσης που πρέπει να διαλυθεί.
Οι όροι αυτοί είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνουν αποδεκτοί από το σύνολο των αραβικών πολιτικών δυνάμεων. Επιπλέον, οι μεταξύ τους διαφορές δεν επιτρέπουν να αντιμετωπίζονται ως ενιαίος πολιτικός σχηματισμός.
Το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης μειοψηφίας με εξωτερική ανοχή αποτελεί θεωρητικά μία από τις επιλογές, αλλά θα απαιτούσε πολιτικές παραχωρήσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρές αντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης όσο και στην ισραηλινή κοινωνία.
Η εμπειρία της κυβέρνησης Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ, η οποία σχηματίστηκε το 2021 με τη συμμετοχή του Ra’am και κατέρρευσε το 2022, αποτελεί σημαντικό προηγούμενο. Απέδειξε ότι η συνεργασία εβραϊκών και αραβικών κομμάτων είναι πολιτικά εφικτή, αλλά και ότι οι εσωτερικές αντιθέσεις ενός τέτοιου συνασπισμού μπορούν να καταστήσουν την κυβερνητική του επιβίωση ιδιαίτερα δύσκολη.
Ο ρόλος του Χέρτσογκ και οι επόμενες κινήσεις
Με την ολοκλήρωση της καταμέτρησης και την επικύρωση των αποτελεσμάτων, το κέντρο των πολιτικών εξελίξεων θα μεταφερθεί στο προεδρικό μέγαρο της Ιερουσαλήμ.
Ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, θα πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με τα κόμματα που θα εκπροσωπούνται στη νέα Κνεσέτ και θα ζητήσει από καθένα να υποδείξει τον πολιτικό στον οποίο επιθυμεί να ανατεθεί η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Η διαδικασία αυτή δεν προβλέπει ότι η εντολή ανατίθεται υποχρεωτικά στον αρχηγό του μεγαλύτερου κόμματος. Ο πρόεδρος οφείλει να επιλέξει τον υποψήφιο που θεωρεί ότι έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να συγκροτήσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Επομένως, η πρωτιά του Λικούντ δεν εξασφαλίζει αυτομάτως στον Νετανιάχου την πρώτη εντολή. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι τα κόμματα που αντιτίθενται στον σημερινό πρωθυπουργό διαθέτουν περισσότερες έδρες δεν εγγυάται ότι θα στηρίξουν όλα την υποψηφιότητα Άιζενκοτ.
Εφόσον ένας από τους δύο λάβει την εντολή, θα διαθέτει αρχικά 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, με δυνατότητα παράτασης έως 14 ημερών. Αν αποτύχει, ο πρόεδρος μπορεί να αναθέσει την προσπάθεια σε άλλον βουλευτή. Εφόσον ούτε αυτός εξασφαλίσει πλειοψηφία, προβλέπεται περαιτέρω κοινοβουλευτική διαδικασία, η αποτυχία της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε νέες εκλογές.
Η πιθανότητα αυτή δεν είναι πρωτόγνωρη για το Ισραήλ. Από το 2019 έως το 2022 η χώρα πραγματοποίησε πέντε εκλογικές αναμετρήσεις, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις αδυνατούσαν να διαμορφώσουν σταθερές κυβερνητικές πλειοψηφίες. Η έντονη προσωποποίηση της αντιπαράθεσης γύρω από τον Νετανιάχου και οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων είχαν δημιουργήσει ένα παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο.
Το σενάριο κυβέρνησης εθνικής ενότητας και το σενάριο νέας προσφυγής στις κάλπες
Μία από τις επιλογές που θα μπορούσαν να εξεταστούν είναι ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, του Λικούντ και του Yashar.
Ένας τέτοιος συνασπισμός θα μπορούσε να διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική βάση και να περιορίσει την εξάρτηση της κυβέρνησης από μικρότερα κόμματα με ισχυρές ιδεολογικές απαιτήσεις.
Ωστόσο, τα πολιτικά εμπόδια είναι εξαιρετικά σημαντικά. Ο Αϊζենκοτ έχει αποκλείσει τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου, ενώ η σχέση του σημερινού πρωθυπουργού με αρκετούς από τους πρώην πολιτικούς του εταίρους χαρακτηρίζεται από βαθιά δυσπιστία.
Ακόμη και αν ο Χέρτσογκ επιχειρήσει να διαμεσολαβήσει μεταξύ των δύο πλευρών, θα πρέπει να ξεπεραστούν διαφωνίες που δεν αφορούν αποκλειστικά την κατανομή των υπουργείων. Αφορούν την ίδια την παραμονή του Νετανιάχου στην πρωθυπουργία, την κατεύθυνση της πολιτικής ασφαλείας και τις σχέσεις μεταξύ των κρατικών θεσμών.
Η πιθανότητα νέων εκλογών παραμένει συνεπώς υπαρκτή. Ο Νετανιάχου μπορεί να επιχειρήσει να αξιοποιήσει την πρωτιά του Λικούντ και την αδυναμία της αντιπολίτευσης να συμφωνήσει, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή για τη συγκρότηση σταθερής κυβέρνησης.
Από την άλλη πλευρά, ο Άιζενκοτ θα επιχειρήσει να μετατρέψει την αριθμητική υπεροχή των αντιπολιτευόμενων κομμάτων σε μια κοινή πολιτική συμφωνία, έστω και περιορισμένης διάρκειας, με βασικό στόχο την απομάκρυνση του Νετανιάχου.
Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα των κομμάτων να διαχωρίσουν τις ιδεολογικές τους διαφορές από την κοινή επιθυμία για αλλαγή κυβέρνησης. Η αντιπολίτευση έχει μπροστά της μια ευκαιρία, αλλά δεν διαθέτει ακόμη τον μηχανισμό για να την αξιοποιήσει.
Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου μπορεί να έχει χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όμως δεν έχει χάσει τη δυνατότητα να παραμείνει στην εξουσία. Ο Γκάντι Άιζενκοτ μπορεί να συγκεντρώνει γύρω του τις δυνάμεις που επιθυμούν πολιτική αλλαγή, αλλά πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι μπορούν να συνεργαστούν.
Η εκλογική βραδιά ολοκληρώθηκε χωρίς ξεκάθαρο νικητή. Η επόμενη κυβέρνηση του Ισραήλ θα κριθεί πλέον στις διαβουλεύσεις, στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων και στην ικανότητά τους να υπερβούν τις πολιτικές διαχωριστικές γραμμές που η ίδια η κάλπη ανέδειξε.
