Σε πορεία διαρκούς επιδείνωσης βρίσκεται το δημογραφικό ζήτημα στην Ελλάδα, με τα στοιχεία να καταγράφουν έντονη ανισορροπία μεταξύ γεννήσεων και θανάτων. Η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική στις τοπικές κοινωνίες, κυρίως σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές, όπου η πληθυσμιακή συρρίκνωση γίνεται ολοένα και πιο εμφανής.
Στο ΕΡΤnews μίλησε για το θέμα ο διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρων Κοτζαμάνης, το πρόβλημα είναι έντονο σε εθνικό επίπεδο, αλλά γίνεται ακόμη πιο οξύ σε τοπικό επίπεδο, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.
Τα πιο πρόσφατα δεδομένα για το 2026 δείχνουν ότι στους πρώτους μήνες του έτους οι θάνατοι είναι σχεδόν διπλάσιοι από τις γεννήσεις, ενώ σε μικρές κοινότητες δεν καταγράφεται ούτε μία γέννηση σε ολόκληρη χρονιά. Παρότι συχνά γίνεται λόγος για εκατοντάδες δήμους χωρίς γεννήσεις, οι ειδικοί διευκρινίζουν ότι πρόκειται κυρίως για μικρές δημοτικές ενότητες.
Σταθερή μείωση
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται ήδη από τη δεκαετία του 1980, όταν ξεκίνησε η σταθερή μείωση των γεννήσεων. Σήμερα, πέρα από το γεγονός ότι τα ζευγάρια αποκτούν λιγότερα παιδιά, μειώνεται και ο πληθυσμός που βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από περίπου 145.000 γεννήσεις τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, η χώρα έχει φτάσει πλέον σε περίπου 65.000 ετησίως, ενώ ο μέσος όρος παιδιών ανά οικογένεια κινείται γύρω στο 1,5, αντανακλώντας τις αλλαγές στο κοινωνικό και αξιακό σύστημα. Όπως τονίζεται, η «αντίστροφη μέτρηση» για το δημογραφικό έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, με το ζήτημα να αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το μέλλον της χώρας.
Ανησυχητικά δεδομένα
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Το φυσικό ισοζύγιο παραμένει αρνητικό, με τους θανάτους να υπερβαίνουν συστηματικά τις γεννήσεις, ενώ η πληθυσμιακή γήρανση επιταχύνεται.
Πίσω από τους δείκτες αποτυπώνεται μια κοινωνία που αλλάζει ραγδαία. Λιγότερα παιδιά στα σχολεία, δημογραφική συρρίκνωση σε πολλές περιοχές της χώρας, μεταβαλλόμενες τοπικές κοινότητες και μια αγορά εργασίας που καλείται να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (18 Δεκεμβρίου 2025), ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 2025 ανερχόταν σε 10.372.335 άτομα, καταγράφοντας οριακή μείωση 0,03% σε σχέση με το 2024, όταν ο πληθυσμός είχε αναθεωρηθεί σε 10.375.764.
Μείωση πληθυσμού
Η πτωτική αυτή τάση οφειλόταν κυρίως στη φυσική μείωση του πληθυσμού, καθώς οι θάνατοι υπερείχαν σημαντικά των γεννήσεων. Η φυσική μείωση το 2024 ανήλθε σε 57.564 άτομα, αριθμός που ισοδυναμούσε με το μέγεθος ολόκληρης πόλης.
Παράλληλα, εξίσου ανησυχητικά είναι και τα δημογραφικά χαρακτηριστικά: Την 1η Ιανουαρίου του 2025 ο πληθυσμός ηλικίας 65 ετών και άνω αντιστοιχούσε στο 23,7%, ενώ τα παιδιά 0–14 ετών μόλις στο 12,8%. Μπορεί αυτή η πορεία να αναστραφεί; Οι αριθμοί, πάντως, δείχνουν ότι το ζήτημα δεν προσφέρεται για αναβολές.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Κωνσταντίνος Ζαφείρης, καθηγητής Δημογραφίας στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και μέλος του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, ξεκαθαρίζει τι πραγματικά κρύβουν οι αριθμοί, ποιοι παράγοντες οδηγούν στη συνεχιζόμενη πτώση των γεννήσεων και κατά πόσο υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα να αναστραφεί η τάση που φέρνει τη χώρα αντιμέτωπη με μια νέα δημογραφική πραγματικότητα.
Εξαιρετικά χαμηλή
«Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου η γονιμότητα στη χώρα μας είναι εξαιρετικά χαμηλή. Είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη», σημειώνει αρχικά ο κ. Ζαφείρης, διευκρινίζοντας ότι η πτώση της γονιμότητας αποτελεί ευρύτερο ευρωπαϊκό φαινόμενο. Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση, η εικόνα είναι ακόμη πιο επιβαρυμένη.
«Ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται περίπου στο 1,24 παιδιά ανά γυναίκα, αριθμός ιδιαίτερα χαμηλός», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι «οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία είναι πλέον λιγότερες».
Αυτό, όπως εξηγεί, σημαίνει πως «ακόμη και αν η γονιμότητα αυξηθεί, ο συνολικός αριθμός γεννήσεων θα παραμένει χαμηλός». Την ίδια ώρα, όπως αναφέρει, «η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού έχει ανέλθει περίπου στα 32 έτη, αριθμός που θεωρείται πολύ υψηλός σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».
Το «εκρηκτικό κοκτέιλ»
Το δημογραφικό ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη χαμηλή γεννητικότητα. Ο καθηγητής περιγράφει μια χώρα που γερνά με ταχύ ρυθμό. «Η Ελλάδα είναι ήδη μια ιδιαίτερα γερασμένη χώρα και οι προβλέψεις δείχνουν ότι η γήρανση θα συνεχιστεί τις επόμενες δεκαετίες», υπογραμμίζει.
Παράλληλα, αν και το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, «δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες». Συνοψίζοντας, κάνει λόγο για ένα «εκρηκτικό κοκτέιλ»: «Χαμηλή γονιμότητα, λίγες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και έντονη γήρανση οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μείωση και περαιτέρω γήρανση του πληθυσμού μέσα στα επόμενα 20 – 30 χρόνια».
Αναφερόμενος στα 3 σενάρια για τις επόμενες δεκαετίες, ο κ. Ζαφείρης σημείωσε:
-Χωρίς μέτρα, οι γεννήσεις μπορεί να πέσουν στις 40.000 το 2053.
-Με περιορισμένα μέτρα, να διαμορφωθούν περίπου στις 55.000.
-Με πολύ ισχυρές και συντονισμένες πολιτικές, να φτάσουν περίπου τις 72.000.
