Σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια των εισαγόμενων τροφίμων και τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκαλούν τα αποτελέσματα των ελέγχων σε κατεψυγμένα κοτόπουλα που εισήχθησαν από τη Βραζιλία στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών του Δημοσίου, Νίκος Κακαβάς, οι παρτίδες που έφτασαν στη χώρα περίπου το Πάσχα, όταν ξεκίνησε η πιλοτική εφαρμογή της συμφωνίας, βρέθηκαν σε ποσοστό 80% μολυσμένες με σαλμονέλα, με αποτέλεσμα να επιστραφούν άμεσα.
«Δεν ισχύουν τα ίδια»
Ο κ. Κακαβάς επισημαίνει ότι στις χώρες εκτός ΕΕ δεν εφαρμόζονται τα ίδια αυστηρά ευρωπαϊκά πρότυπα. «Είναι λογικό να εντοπίζονται τέτοια προβλήματα, γιατί στις χώρες αυτές δεν τους ενδιαφέρει στον ίδιο βαθμό η ύπαρξη σαλμονέλας ή άλλων παθογόνων», σημειώνει, θέτοντας ζήτημα κανονιστικού πλαισίου και προειδοποιώντας για τη συνέχεια: «Αν το πρώτο δείγμα είναι 80% επιβάρυνση, τι θα συμβεί όταν η διαδικασία γίνει πλήρως συστηματική και οι έλεγχοι είναι μόνο δειγματοληπτικοί;»
«Aυστηρή τήρηση»
Ο πρόεδρος των γεωτεχνικών προτείνει έλεγχο 100% στα εισαγόμενα προϊόντα και αυστηρή τήρηση των ευρωπαϊκών προτύπων, σημειώνοντας ότι «ό,τι ισχύει για προϊόντα που εξάγει μια χώρα της ΕΕ, πρέπει να ισχύει και για όσα εισάγονται σε αυτήν». Κλείνοντας, απαντά σε όσους αμφισβήτησαν προηγούμενες προειδοποιήσεις του κλάδου: «Ξεκινήσαμε τη διαδικασία για να αποδείξουμε αυτά που λέγαμε, και τελικά επιβεβαιωθήκαμε. Μας έλεγαν γραφικούς, αλλά η πραγματικότητα δείχνει άλλα».
Στην πλήρη εφαρμογή;
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η προοπτική της πλήρους εφαρμογής της συμφωνίας, με τον κ. Κακαβά να προειδοποιεί για ακόμη πιο δύσκολη κατάσταση στο μέλλον. «Όταν το πρώτο δείγμα δείχνει 80% επιβάρυνση, τι μπορεί να συμβεί όταν η διαδικασία γίνει πλήρως συστηματική και οι έλεγχοι είναι μόνο δειγματοληπτικοί;», αναφέρει.
Τι πρέπει να γίνει
Ο πρόεδρος των γεωτεχνικών δεν μένει μόνο στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά καταθέτει και συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπισή του.
Όπως τονίζει, «τα απαραίτητα μέτρα είναι αυτά που έχουμε επισημάνει εξαρχής: έλεγχος 100% στα εισαγόμενα προϊόντα και αυστηρή τήρηση των προτύπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Παράλληλα, εξηγεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει χαλάρωση των κανόνων: «Ό,τι ισχύει για προϊόντα που εξάγει μια χώρα της ΕΕ, πρέπει να ισχύει και για όσα εισάγονται σε αυτήν».
«Δεν είμαστε γραφικοί»
Κλείνοντας, ο κ. Κακαβάς αναφέρεται και στις αντιδράσεις που υπήρξαν στο παρελθόν απέναντι στις προειδοποιήσεις του κλάδου. «Ξεκινήσαμε τη διαδικασία για να αποδείξουμε αυτά που λέγαμε, και τελικά επιβεβαιωθήκαμε. Μας έλεγαν γραφικούς, αλλά η πραγματικότητα δείχνει άλλα», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur είναι μια εμπορική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες της λατινοαμερικανικής ένωσης Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη). Στην πράξη, περιλαμβάνει κυρίως τα εξής:
1. Μείωση ή κατάργηση δασμών
Σταδιακή μείωση δασμών σε πολλά προϊόντα που ανταλλάσσονται μεταξύ των δύο πλευρών. Ευκολότερη πρόσβαση των ευρωπαϊκών προϊόντων στις αγορές της Νότιας Αμερικής και αντίστροφα.
2. Αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα
Άνοιγμα της αγοράς της ΕΕ σε εισαγωγές όπως:
• βοδινό κρέας
• κοτόπουλο
• ζάχαρη
• σόγια
Αντίστοιχα, οι χώρες της Mercosur αποκτούν πρόσβαση σε ευρωπαϊκά τρόφιμα και προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
3. Βιομηχανικά προϊόντα και αυτοκίνητα
Η ΕΕ κερδίζει πρόσβαση στην αγορά της Νότιας Αμερικής για:
• αυτοκίνητα
• μηχανήματα
• φαρμακευτικά προϊόντα
• χημικά
4. Κανόνες
Προβλέπονται γενικοί κανόνες για:
• ασφάλεια τροφίμων
• υγειονομικούς και φυτοϋγειονομικούς ελέγχους
• τελωνειακές διαδικασίες
Ωστόσο, υπάρχει κριτική ότι τα πρότυπα των χωρών Mercosur είναι συχνά πιο χαλαρά από τα ευρωπαϊκά.
Θάνατος στη Γερμανία
Σημαντικό περιστατικό ασφάλειας τροφίμων καταγράφεται στην Γερμανία αλλά και στην Ευρώπη, με επίκεντρο προϊόντα σοκολάτας τύπου πραλίνας, επιβεβαιώνοντας ότι η σαλμονέλα εξακολουθεί να αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο και σε τρόφιμα χαμηλής υγρασίας.
Η υπόθεση περιγράφεται σε επίσημη ανακοίνωση του Bundesinstitut für Risikobewertung (BfR), που δημοσιεύτηκε στις 22 Απριλίου 2026, με βάση στοιχεία του Robert Koch-Institut. Σύμφωνα με τα δεδομένα, έως τα μέσα Απριλίου είχαν καταγραφεί 40 επιβεβαιωμένα κρούσματα σαλμονέλωσης, κυρίως σε παιδιά έως 15 ετών, σε περισσότερα από ένα ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας. Ένας άνθρωπος άνω των 60 ετών κατέληξε, ενώ μεμονωμένα περιστατικά αναφέρθηκαν και εκτός χώρας.
Οι επιδημιολογικές έρευνες εντόπισαν ως πιθανή πηγή μόλυνσης άλειμμα νουγκά φουντουκιού. Στις 9 Απριλίου 2026, παραγωγός προχώρησε σε ανάκληση συγκεκριμένων παρτίδων μετά από ανίχνευση σαλμονέλας στο πλαίσιο αυτοελέγχου.
Παράλληλα, οι αρμόδιες αρχές εργάζονται με μεθόδους γενετικής τυποποίησης για να τεκμηριώσουν πλήρως τη σύνδεση μεταξύ των ασθενών και του προϊόντος. Το περιστατικό ενεργοποίησε ευρωπαϊκό συναγερμό μέσω του συστήματος RASFF, με εμπλοκή χωρών λόγω διακίνησης, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Τσεχία, η Πολωνία, η Σλοβενία, το Λουξεμβούργο, η Τουρκία, η Αλβανία και η Γκάνα, καθώς και το δίκτυο INFOSAN.
Το προϊόν που βρίσκεται στο επίκεντρο είναι πολύ δημοφιλές σε πολλές χώρες και είναι επάλειψη φουντουκιού-κακάο Nudossi Haselnuss-Nougat-Crème σε συσκευασία 300 γραμμαρίων, με ημερομηνίες λήξης από 1η Αυγούστου έως 30 Σεπτεμβρίου 2026. Πρόκειται για προϊόν με υψηλή περιεκτικότητα σε φουντούκια, το οποίο είχε διανεμηθεί ευρέως μέσω μεγάλων αλυσίδων λιανικής. Η ανάλυση του Bundesinstitut für Risikobewertung προσθέτει κρίσιμες τεχνικές παραμέτρους στην αξιολόγηση του περιστατικού.
Το στέλεχος που εντοπίστηκε, Salmonella Bochum, θεωρείται σπάνιο και δεν είχε καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στη γερμανική αλυσίδα παραγωγής τροφίμων, γεγονός που δυσκολεύει την ιχνηλάτηση της προέλευσής του.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η ανίχνευση σαλμονέλας σε προϊόντα κακάο και σοκολάτας είναι τεχνικά απαιτητική, καθώς τα συστατικά τους μπορούν να επηρεάσουν τις εργαστηριακές μεθόδους ελέγχου. Αν και τα περιστατικά επιμόλυνσης σε σοκολάτα δεν είναι συχνά, όταν συμβαίνουν συνδέονται με εκτεταμένες διασπορές λόγω της μεγάλης διάρκειας ζωής των προϊόντων και της ευρείας διανομής τους.
