Αναδιατάξεις στη σύνθεση του Κοινοβουλίου φέρνει η διάλυση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς μετά την ανεξαρτητοποίηση έξι βουλευτών και την παραίτηση της Έφης Αχτσιόγλου από τη βουλευτική της έδρα.
Με τα νέα δεδομένα, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία με 156 βουλευτές, ενώ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης παραμένει το ΠΑΣΟΚ με 32 έδρες. Τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη είναι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ με 24 βουλευτές και ακολουθούν το ΚΚΕ με 21 και η Ελληνική Λύση με 11.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ανεξάρτητοι βουλευτές συγκροτούν πλέον τη δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Βουλής, αριθμώντας 39 έδρες, αριθμός που αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω με την αντικατάσταση της Έφης Αχτσιόγλου από τον πρώτο επιλαχόντα, Γιάννη Δραγασάκη. Την ίδια στιγμή, η Νίκη αριθμεί 8 βουλευτές και η Πλεύση Ελευθερίας 5, με τον συνολικό αριθμό των βουλευτών να διαμορφώνεται σήμερα στους 297.
Οι πολιτικές εξελίξεις, πάντως, δεν σταματούν εδώ. Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στην Παρασκευή, στη θερμή, όπως προδιαγράφεται, συνεδρίαση του πολιτικού συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, αλλά και στο Σάββατο, όταν θα συνεδριάσουν τα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ για να χαράξουν τη μελλοντική του πορεία ή ακόμη και την ίδια του την ύπαρξη, σε μια συγκυρία όπου ο κατακερματισμός του χώρου της Κεντροαριστεράς έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει τον κοινοβουλευτικό χάρτη.
Η Νέα Αριστερά έσβησε από τον πίνακα των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, όμως το πολιτικό ντόμινο που άνοιξε μόλις ξεκινά να μετρά τις επόμενες κινήσεις του.
Ειδικότερα, τίτλοι τέλους πέφτουν στη λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς, καθώς επτά βουλευτές και 143 στελέχη του κόμματος ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους, σε μία εξέλιξη που είχε ήδη προεξοφληθεί τις προηγούμενες ημέρες.
Ειδικότερα, οι έξι βουλευτές, Αλέξης Χαρίτσης, Νάσος Ηλιόπουλος, Θεανώ Φωτίου, Μερόπη Τζούφη, Χουσεΐν Ζεϊμπέκ και Δημήτρης Τζανακόπουλος(και τα εν λόγω στελέχη, συνολικά 150 άτομα), με κοινή επιστολή τους ανακοίνωσαν την ανεξαρτητοποίησή τους και την αποχώρησή τους από τη Νέα Αριστερά. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την ομάδα αυτή, η Έφη Αχτσιόγλου δεν ανεξαρτητοποιήθηκε, αλλά παραιτήθηκε από το βουλευτικό αξίωμα παραδίδοντας την έδρα της.
Πλέον, η Νέα Αριστερά μένει με τέσσερις βουλευτές, τους Πέτη Πέρκα, Σία Αναγνωστοπούλου, Ευκλείδη Τσακαλώτο και Θοδωρή Δρίτσα. Η εξέλιξη οδηγεί αυτομάτως στη διάλυση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, καθώς πέφτει κάτω από το όριο των 10 βουλευτών που προβλέπει ο Κανονισμός της Βουλής.
Έτσι, η Κοινοβουλευτική Ομάδα που σχηματίστηκε τον Δεκέμβριο του 2023 από πρώην στελέχη που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ – πολλά εκ των οποίων είχαν διατελέσει υπουργικά στελέχη της διακυβέρνησης Τσίπρα – περνά πλέον στο παρελθόν.
Οι βουλευτές ανεξαρτητοποιούνται, ανεβάζοντας τον αριθμό των ανεξάρτητων βουλευτών στους 39 και καθιστώντας τους «ατύπως» την δεύτερη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα στην Ολομέλεια.
Η επιστολή παραίτησης, καθώς σήμερα δεν βρίσκεται σε εξέλιξη συνεδρίαση της Ολομέλειας, αναμένεται πιθανότατα να ανακοινωθεί αύριο από το προεδρείο.
Στην κοινή τους επιστολή, οι αποχωρούντες κάνουν λόγο για «δύσκολη αλλά αναγκαία απόφαση», σημειώνοντας ότι «ο κύκλος που άνοιξε πριν από δύο χρόνια έχει φτάσει στα όριά του».
Υπογραμμίζουν ότι η Νέα Αριστερά δημιουργήθηκε με στόχο να εκφράσει μια διαφορετική πολιτική προοπτική για την Αριστερά και την κοινωνία, απέναντι, όπως σημειώνουν, στον «εκφυλισμό της πολιτικής ζωής» και στη λογική των χαμηλών προσδοκιών.
Παράλληλα αναφέρουν ότι το κόμμα διατήρησε «αιχμηρό και τεκμηριωμένο κοινοβουλευτικό λόγο» και ανέπτυξε έντονη κινηματική δράση, σε ένα περιβάλλον που, όπως εκτιμούν, γίνεται ολοένα πιο συντηρητικό και αυταρχικό. Τονίζουν επίσης ότι επεξεργάστηκαν και στήριξαν ριζοσπαστικές προτάσεις για κρίσιμα ζητήματα δημοκρατίας και κοινωνίας.
Ωστόσο, επισημαίνουν ότι η πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη διατύπωση θέσεων, αλλά πρέπει να αποκτά κοινωνική απήχηση, δυναμική και τη δυνατότητα δημιουργίας πλειοψηφικών ρευμάτων που επηρεάζουν τις εξελίξεις.
Οι επτά πρώην βουλευτές αναφέρονται στην ανάγκη συγκρότησης ενός ευρύτερου προοδευτικού μετώπου απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και την άνοδο της ακροδεξιάς, υπενθυμίζοντας ότι η Νέα Αριστερά είχε θέσει στο δημόσιο διάλογο την προοπτική ενός «Λαϊκού Μετώπου». Ωστόσο, εκτιμούν ότι η σημερινή στρατηγική της πλειοψηφίας της ηγεσίας δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την ανάγκη.
