Πε. Ιούλ. 9, 2026

Μήνυμα προς την Άγκυρα, αλλά και σαφή αναφορά στα εμπόδια που εξακολουθούν να υπάρχουν για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ.

Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα προχωρά κανονικά το δικό της εξοπλιστικό πρόγραμμα, ενώ χαρακτήρισε το casus belli του 1995 «ιστορική ανορθογραφία», καλώντας την Τουρκία να το αφήσει πίσω.

Απαντώντας σε ερώτηση για το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 μετά τις επαφές του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο πρωθυπουργός απέφυγε να σχολιάσει τις επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών, επιμένοντας όμως ότι «υπάρχουν σημαντικά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία προκειμένου η Τουρκία να προμηθευτεί τα F-35», υπενθυμίζοντας ότι η αποπομπή της Άγκυρας συνδέθηκε με την αγορά των ρωσικών S-400.

Την ίδια στιγμή, ανέδειξε την ελληνική πρόοδο στον αμυντικό σχεδιασμό, σημειώνοντας ότι οι Έλληνες πιλότοι θα αρχίσουν μέσα στο 2027 να εκπαιδεύονται στα ελληνικά F-35, τα οποία ήδη κατασκευάζονται.

Παράλληλα υπενθύμισε ότι το πρόγραμμα αναβάθμισης των F-16 Viper προχωρά πλέον με ταχείς ρυθμούς, με περισσότερα από 50 αεροσκάφη να έχουν ήδη εκσυγχρονιστεί και στόχο τα 83, ενώ η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη 24 Rafale.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο casus belli, το οποίο χαρακτήρισε ασύμβατο με το πνεύμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

«Είναι μια ιστορική ανορθογραφία, η οποία δεν συνάδει ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών ούτε με το καλό κλίμα που θέλουμε να χτίσουμε ως δύο γειτονικές χώρες», ανέφερε, προσθέτοντας ότι πρόκειται για μια απειλή πολέμου που υφίσταται από το 1995 και πως «έχει έρθει η ώρα πια να την αφήσουμε πίσω». Όπως είπε, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιλαμβάνονται ότι μια τέτοια απειλή δεν ταιριάζει στο κλίμα που πρέπει να επικρατεί εντός της Συμμαχίας.

Ο πρωθυπουργός επανέλαβε ακόμη ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να υποδείξει στις ΗΠΑ σε ποιες χώρες θα διαθέσουν αμυντικά συστήματα, όπως αντίστοιχα δεν αποδέχεται υποδείξεις για τις δικές της αμυντικές επιλογές.

«Δεν είναι δική μου δουλειά να υποδείξω σε κανέναν και σίγουρα όχι στις Ηνωμένες Πολιτείες τι θα πουλήσουν και πού θα το πουλήσουν. Οπότε δεν δέχομαι κι εγώ υποδείξεις για το τι θα αγοράσουμε εμείς ως χώρα, προκειμένου να θωρακίσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας», σημείωσε.

Κλείνοντας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στη σχέση του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, λέγοντας ότι, παρά τις διαφωνίες για τη μοναδική μεγάλη εκκρεμότητα που αφορά την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, οι δύο χώρες έχουν κάνει βήματα προόδου σε τομείς όπως το μεταναστευτικό και οι επαφές μεταξύ των δύο λαών.

«Ακόμη και αν δεν λύσουμε το μεγαλύτερο πρόβλημά μας, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ζούμε ειρηνικά και να συνεργαζόμαστε σε άλλους τομείς της κοινής μας ατζέντας», τόνισε.

Νωρίτερα, μήνυμα υπέρ της σταθερότητας, της συνεργασίας και της ενίσχυσης της συλλογικής ασφάλειας έστειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την άφιξή του στη δεύτερη ημέρα των εργασιών της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εκφράζοντας την ελπίδα ότι τα ζητήματα που εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά ανάμεσα στις δύο χώρες μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από τον διάλογο, τον αμοιβαίο σεβασμό και τις αρχές της καλής γειτονίας.

«Η συμμαχία στηρίζεται στις αρχές της καλής γειτονίας»

Χωρίς να σχολιάσει ευθέως τον Αμερικανό πρόεδρο για όσα είπε στη χθεσινή συνάντηση με τον Τούρκο ομόλογό του, ο πρωθυπουργός έστειλε σαφές μήνυμα ότι η συνοχή της Συμμαχίας περνά μέσα από τον σεβασμό των σχέσεων καλής γειτονίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των κρατών-μελών.

«Μια Συμμαχία πρέπει να στηρίζεται στις σχέσεις καλής γειτονίας. Ειδικά όταν η χώρα μου απειλείται με πόλεμο από την Τουρκία αν ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι όλες οι ευαισθησίες όλων των μελών λαμβάνονται υπόψη», ανέφερε χαρακτηριστικά, επαναφέροντας στο επίκεντρο το ελληνικό επιχείρημα ότι δεν μπορεί να αγνοείται το casus belli απέναντι σε ένα κράτος-μέλος της Συμμαχίας.

Κλείνοντας την αναφορά του στην Τουρκία, ο Έλληνας πρωθυπουργός είπε «είναι πάντα χαρά να επισκέπτομαι την Άγκυρα, ήμουν πάντα υπέρμαχος της βελτίωσης των σχέσεων των δύο κρατών»

Ερωτηθείς για τις πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν σχετικά με τα μαχητικά F-35, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέφυγε να τοποθετηθεί επί της ουσίας.

Ωστόσο, τόνισε πως κάθε συμμαχία οφείλει να λειτουργεί στη βάση θεμελιωδών αρχών, επισημαίνοντας ότι η σχέση μεταξύ των συμμάχων πρέπει να χαρακτηρίζεται από σεβασμό και καλές σχέσεις.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια διαρκή απειλή από την Τουρκία και γι’ αυτό διατηρεί υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας, σημειώνοντας όμως ότι οι διαφορές μπορούν να επιλυθούν μέσα από την ειρηνική συνεννόηση.

«Είμαι σταθερός υποστηρικτής της βελτίωσης των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η Ελλάδα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της στο ΝΑΤΟ

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στο ζήτημα των αμυντικών δαπανών, το οποίο αποτελεί βασικό θέμα της φετινής Συνόδου, μετά και τις πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών προς τα ευρωπαϊκά κράτη για μεγαλύτερη συμβολή στη συλλογική άμυνα.

Όπως σημείωσε, η Ελλάδα βρίσκεται ήδη ανάμεσα στις χώρες που υπερκαλύπτουν τους στόχους της Συμμαχίας, καθώς οι αμυντικές της δαπάνες ανέρχονται στο 3,5% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, επισήμανε ότι βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, υπογραμμίζοντας πως η χώρα παραμένει συνεπής στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

«Η Ελλάδα τηρεί διαχρονικά τις υποχρεώσεις της απέναντι στη Συμμαχία», τόνισε.

Αναφορά και στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τοποθετήθηκε και για την εύθραυστη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, μετά τις τελευταίες εξελίξεις στις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν.

Ο πρωθυπουργός εξέφρασε την ελπίδα ότι η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός θα διατηρηθεί, επισημαίνοντας πως απαιτείται χρόνος και διπλωματική προσπάθεια ώστε να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά προβλήματα που εξακολουθούν να υφίστανται στην περιοχή.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η διεθνής κοινότητα επιθυμεί να αποφευχθεί ένας νέος κύκλος έντασης, καθώς η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διεθνή ασφάλεια και την παγκόσμια οικονομία.