Στη φυλακή οδηγήθηκε ένας 26χρονος στον Βόλο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για ενδοοικογενειακή απειλή, έπειτα από σοβαρό επεισόδιο που εκτυλίχθηκε τα ξημερώματα της Τετάρτης (5/8) μέσα στο οικογενειακό του σπίτι.
Το περιστατικό κινητοποίησε άμεσα την Αστυνομία, όταν η μητέρα του κάλεσε σε κατάσταση πανικού τις Αρχές, καταγγέλλοντας ότι ο γιος της την είχε απειλήσει ευθέως κατά της ζωής της. Ο νεαρός συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου.
Σύμφωνα με όσα κατέθεσε η μητέρα στο δικαστήριο, όλα ξεκίνησαν περίπου στις 05:00 το πρωί, όταν ο μικρότερος γιος της σηκώθηκε για να ετοιμαστεί για τη δουλειά του και μπήκε στην κουζίνα για να φάει. Τότε ο 26χρονος φέρεται να του ζήτησε να μην αγγίξει το φαγητό, γεγονός που οδήγησε σε έντονο καβγά ανάμεσα στα δύο αδέλφια.
Η κατάσταση ξέφυγε γρήγορα από τον έλεγχο, με τη μητέρα να υποστηρίζει ότι ο μεγαλύτερος γιος στράφηκε στη συνέχεια εναντίον της, εκτοξεύοντας απειλές ότι «θα τη σφάξει» και ότι «θα βρει όπλο για να τη σκοτώσει», προκαλώντας της έντονο φόβο για τη ζωή της.
Κατά την κατάθεσή της, η γυναίκα ανέφερε ακόμη ότι ο 26χρονος αντιμετωπίζει ψυχιατρικά προβλήματα εδώ και περίπου έξι χρόνια, από την περίοδο που επέστρεψε από τη στρατιωτική του θητεία. Όπως υποστήριξε, οι εντάσεις στο σπίτι είναι συχνές, ενώ το τελευταίο δίμηνο η συμπεριφορά του έχει γίνει αισθητά πιο επιθετική, δημιουργώντας διαρκές αίσθημα ανασφάλειας τόσο στην ίδια όσο και στον μικρότερο γιο της.
Παράλληλα, επισήμανε ότι, αν και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, δεν είναι συνεπής στη θεραπεία του. Όπως είπε, κάθε φορά που εξετάζεται στην Ψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Βόλου εμφανίζεται ήρεμος και συνεργάσιμος, γεγονός που δεν αντανακλά – όπως υποστήριξε – τη συμπεριφορά του στο οικογενειακό περιβάλλον.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι ήταν ο αποκλειστικός υπαίτιος του επεισοδίου, ισχυριζόμενος πως δέχθηκε πρώτος επίθεση από τον αδελφό του, ο οποίος τον χτύπησε στο πρόσωπο. Όπως ανέφερε, αντέδρασε μόνο για να αμυνθεί, ανταποδίδοντας τα χτυπήματα.
Σχετικά με τις καταγγελίες της μητέρας του για τις απειλές, έκανε αρχικά μια αόριστη αναφορά σε ένα «ψεύτικο όπλο», χωρίς όμως να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις, ενώ στη συνέχεια επέλεξε να μην απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις, επικαλούμενος το δικαίωμα της σιωπής.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών. Από αυτήν αποφασίστηκε να εκτίσει τους δύο μήνες, ενώ το υπόλοιπο της ποινής ανεστάλη για χρονικό διάστημα τριών ετών. Μετά την απόφαση οδηγήθηκε στις φυλακές για την έκτιση της ποινής του.
