Τε. Ιούλ. 22, 2026

Η αμερικανική πολιτική για το ενδεχόμενο μεταφοράς μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία παραμένει αμετάβλητη και η Άγκυρα δεν έχει εκπληρώσει μέχρι σήμερα τις προϋποθέσεις που προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία, αναφέρει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε επίσημη απάντησή του προς το Κογκρέσο.

Η θέση αυτή διατυπώνεται σε επιστολή του Γραφείου Νομοθετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς τον Δημοκρατικό βουλευτή Γουέσλι Μπελ, η οποία εστάλη κατόπιν σχετικού αιτήματός του προς τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, τις κυρώσεις CAATSA, το πρόγραμμα των F-35 και τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Χαμάς.

Όπως αναφέρεται στην επιστολή, ο Λευκός Οίκος ζήτησε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να απαντήσει εκ μέρους του προέδρου.

Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών επισημαίνει ότι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών εξακολουθεί να διέπεται από το άρθρο 231 του νόμου CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων) και το άρθρο 1245 του Νόμου περί Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας για το οικονομικό έτος 2020.

Σύμφωνα με την επιστολή, πριν μπορέσει να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε μεταφορά F-35 στην Τουρκία, η Άγκυρα θα πρέπει να συμμορφωθεί πλήρως με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας.

Αυτό, όπως διευκρινίζεται, προϋποθέτει ότι η Τουρκία δεν θα κατέχει πλέον το αντιαεροπορικό σύστημα S-400 ούτε τον συναφή εξοπλισμό του, θα παράσχει διαβεβαιώσεις ότι δεν θα το αποκτήσει ξανά στο μέλλον και θα εκπληρώσει τις υπόλοιπες απαιτήσεις πιστοποίησης που προβλέπει η νομοθεσία. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σημειώνει ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν έχουν ακόμη εκπληρωθεί.

Παράλληλα, τονίζει ότι οποιαδήποτε διαδικασία επίλυσης του ζητήματος των S-400 θα πρέπει να είναι διαφανής, σύννομη και συμβατή με τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στην επιστολή αναφέρεται ακόμη ότι, μετά την πρόσφατη συνάντηση του προέδρου Τραμπ με τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με την Τουρκία για την επίλυση του ζητήματος των S-400, ενώ παράλληλα θα επιδιώκουν την ενίσχυση της συνεργασίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.