Συμπληρώνονται σήμερα 84 χρόνια από μα μαύρη στιγμή για τη νεότερη ελληνική ιστορία. Πρόκειται για τη εισβολή ή «είσοδο» των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα και η έπαρση της σβάστικας στην Ακρόπολη, μετά την υποστολή της γαλανόλευκης.
Είχαν προηγηθεί η συνθηκολόγηση Τσολάκογλου, μια πολυσυζητημένη ενέργεια με την οποία θα ασχοληθούμε σύντομα, η κατάρρευση του μετώπου, η αναχώρηση του Γεώργιου Β’ και της κυβέρνησης για την Κρήτη και η εσπευσμένη φυγή των Βρετανικών στρατευμάτων που βρίσκονταν στην Ελλάδα για τη Μέση Ανατολή. Ας δούμε όμως τα γεγονότα.
Στις 18.00 της 20ης Απριλίου 1940, στο Βοτονόσι του νομού Ιωαννίνων, 10 χλμ. μακριά από το Μέτσοβο και 40 χλμ. από τα Γιάννενα, ο Αντιστράτηγος Τσολάκογλου και ο Υποστράτηγος Ζεπ Ντίτριχ της LSSAH υπέγραψαν πρωτόκολλο ανακωχής, με ευνοϊκούς όρους για την Ελλάδα. Η παρέμβαση των Ιταλών περιέπλεξε τα πράγματα. Έτσι, η οριστική συμφωνία ανακωχής υπογράφηκε στις 23/4/1941 στη Θεσσαλονίκη, από τον Τσολάκογλου, τον Στρατηγό Γιόντλ και τον Ιταλό Φερέρο.
Οι Γερμανοί στο μεταξύ στις 22 Απριλίου επιτέθηκαν στη διάβαση των Θερμοπυλών την οποία υπεράσπιζαν η 19η Αυστραλιανή Ταξιαρχία και η 6η Νεοζηλανδική. Κατά μία φοβερή συγκυρία, επικεφαλής των δυνάμεων στο παράκτιο πέρασμα ήταν ο Νεοζηλανδός Στρατηγός Φράιμπεργκ, ο οποίος μετά την κατάληψη των Θερμοπυλών έφυγε για την Κρήτη. Όπως έχουμε γράψει και σε παλαιότερα άρθρα μας, ο Φράιμπεργκ φέρει σοβαρή ευθύνη για την κατάληψη της Μεγαλονήσου. Παρ’ όλα αυτά, μετά την Κρήτη πήγε στη Β. Αφρική, όπου είχε μια σειρά από σημαντικές επιτυχίες.
Οι Ναζί στην Αθήνα (27 Απριλίου 1941)
Το πρωί της Κυριακής (Κυριακή του Θωμά) της 27ης Απριλίου ελάχιστοι Αθηναίοι κυκλοφορούσαν στην πόλη. Παρά και τη σημαντική θρησκευτική εορτή ελάχιστοι πιστοί είχαν προσέλθει στις εκκλησίες. Το ραδιόφωνο μετέδιδε τη Θεία Λειτουργία. Ξαφνικά, η μετάδοση διακόπηκε για να μεταδοθεί η παρακάτω έκτακτη ανακοίνωση του Στρατιωτικού Διοικητή της πόλης, Υποστράτηγου Καβράκου.

Στην πόλη επικρατούσε νεκρική σιγή. Οι τελευταίοι Βρετανοί στρατιώτες ανατίναξαν μια αποθήκη πυρομαχικών στον Πειραιά. Στην Αθήνα είχαν παραμείνει μόνο ο Νομάρχης Αττικοβοιωτίας Κωνσταντίνος Πεζόπουλος, ο Δήμαρχος Αμβρόσιος Πλυτάς και ο φρούραρχος, εκ μέρους των Αρχών. Αυτοί συγκρότησαν μια επιτροπή, στην οποία εκτός από τους ίδιους συμμετείχαν ο Δήμαρχος Πειραιώς Μιχαήλ Μανούσκος και ο γερμανομαθής Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κανελλόπουλος. Στην επιτροπή αρνήθηκε να συμμετάσχει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος.
Τα μέλη της, θα παρέδιδαν την ανοχύρωτη Αθήνα στους Ναζί. Είχαν προηγηθεί σχετικές συνεννοήσεις με τον Στρατιωτικό Ακόλουθο της Γερμανικής πρεσβείας Αντισυνταγματάρχη von Hohenberg. Τα μέλη της επιτροπής περίμεναν από τις 8.30 το πρωί στη διασταύρωση των Λεωφόρων Κηφισίας και Αλεξάνδρας. Ο επικεφαλής των Γερμανών Αντισυνταγματάρχης Otto von Seiben έφτασε εκεί στις 10.15 π.μ. συνοδευόμενος από τους επιτελείς του και κατευθύνθηκε προς τα μέλη της επιτροπής. Αφού τα χαιρέτησε στρατιωτικά, περίμενε από τον στρατιωτικό ακόλουθο την παρουσίασή τους.
Όλοι, κατακόκκινοι από ταραχή και συγκίνηση έκλιναν τα κεφάλια τους και περίμεναν την τυπική χειραψία. Ο von Seiben χαιρέτησε στρατιωτικά και πρότεινε στους Έλληνες να καθίσουν στο γειτονικό καφενείο «Παρθενών». Πολλοί Αθηναίοι αμίλητοι παρακολουθούσαν το δραματικό σκηνικό.
Ο Γερμανός αξιωματικός απάντησε στη γλώσσα του εκθειάζοντας τον ελληνικό πολιτισμό και τόνισε: «Σας διαβεβαιώ ότι ο γερμανικός στρατός δεν έρχεται ως εχθρός αλλά ως φίλος φέρων την ειρήνην εις την Ελλάδα. Η μακρά φιλία η οποία μας συνδέει με την Ελλάδα θα αναζωπυρωθεί εντός ολίγων ημερών. Αμέσως μετά υπογράφτηκε το πρωτόκολλο παράδοσης και ο Πλυτάς πρόσφερε συμβολικά στον Γερμανό, το κλειδί της πόλης.
Λίγο πριν τις 9.00 π.μ. οι άνδρες ενός άλλου γερμανικού μηχανοκίνητου αποσπάσματος υπό τη διοίκηση του Λοχαγού Γιάκομπι, έφτασαν στα Προπύλαια της Ακρόπολης και ύψωσαν τη γερμανική σημαία (σβάστικα) στον Ιερό Βράχο, αφού πρώτα έγινε υποστολή της ελληνικής σημαίας. Ήταν μια μαύρη στιγμή της ελληνικής ιστορίας. Η Ελένη Φραγκιά αφηγείται: «Πήγαν στην Ακρόπολη κατέβασαν τη σημαία και έβαλαν τη σβάστικα. Αυτό ήταν μια πληγή για μας».
Όταν έμπαιναν οι Γερμανοί στην Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα επιχείρησε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο. Τελικά πέθανε στις 2 Μαΐου. Ποτέ δεν ξεπέρασε τον ανεκπλήρωτο έρωτά της για τον Ίωνα Δραγούμη, ενώ και η ασθένειά της (σκλήρυνση κατά πλάκας), έκανε δύσκολη τη ζωή της. Και τα εθνικά της φρονήματα όμως έπαιξαν ρόλο. Άλλωστε η ίδια είχε γράψει προφητικά: «Στον κόσμο υπάρχουν πράγματα, ιδέες, αρχές, ιδανικά, πίστες (πληθ. της λ. πίστη) που βαραίνουν περισσότερο από τη ζωή».
Πάντως το ατίθασο ελληνικό πνεύμα, μπήκε αμέσως σε δράση. Όπως αφηγήθηκε ο αείμνηστος Μανώλης Γλέζος, το απόγευμα της ίδιας μέρας, οι Γερμανοί είχαν φτιάξει οδοδείκτες. Τη νύχτα όμως, ο ίδιος μαζί με άλλους τους κατέστρεψαν. Όταν το επόμενο πρωί ένα γερμανικό τμήμα έφτασε στη διασταύρωση Ιεράς Οδού και Κωνσταντινουπόλεως δεν ήξερε πού να κατευθυνθεί…
