Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2026

Το τσιγάρο στην Ελλάδα δεν είναι πλέον μόνο μια υπόθεση δημόσιας υγείας. Είναι ταυτόχρονα ένα σημαντικό φορολογικό προϊόν, μια αγορά δισεκατομμυρίων ευρώ, μια καθημερινή δαπάνη για εκατομμύρια καταναλωτές και ένας από τους χώρους όπου η ακρίβεια συναντά τη φορολογία.

Και ενώ η τελική τιμή στο περίπτερο έχει ανέβει σημαντικά σε βάθος χρόνου, η εικόνα που προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία είναι πιο σύνθετη: η Ελλάδα δεν είναι σήμερα από τις χώρες της Ευρώπης με τον υψηλότερο ΕΦΚ στα τσιγάρα. Αντίθετα, το 2025 βρισκόταν μεταξύ των χωρών με τη χαμηλότερη φορολογία ανά πακέτο στην ΕΕ.

Την ίδια στιγμή, όμως, η φορολογία αποτελεί πολύ μεγάλο μέρος της τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής.

Και αυτό είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας.

Στην άλλη βρίσκονται τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα σακουλάκια νικοτίνης, που αλλάζουν γρήγορα τη δομή της αγοράς, ενώ στις Βρυξέλλες βρίσκεται σε εξέλιξη η προσπάθεια αναμόρφωσης της ευρωπαϊκής φορολογίας των καπνικών.

Η Ελλάδα παραμένει χώρα με υψηλή χρήση καπνικών

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλή χρήση καπνικών προϊόντων.

Με βάση τη μελέτη του ΕΟΔΥ για το 2024, σχεδόν 4 στους 10 Έλληνες (38%) κάνουν χρήση καπνικών προϊόντων. Το 24% χρησιμοποιεί αποκλειστικά συμβατικά τσιγάρα, το 4% αποκλειστικά θερμαινόμενα προϊόντα και το 3% αποκλειστικά ηλεκτρονικά τσιγάρα, ενώ ένα επιπλέον 8% κάνει πολλαπλή χρήση προϊόντων.

Η εικόνα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στις μικρότερες ηλικίες, όπου η πολλαπλή χρήση εμφανίζεται συχνότερα: στις ηλικίες 18-34 ετών φτάνει το 15%, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία του ΕΟΔΥ.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά παράλληλα ότι ο επιπολασμός χρήσης καπνού στην Ελλάδα, σε ηλικίες 15 ετών και άνω, ήταν 31,5% το 2022, με βάση την ηλικιακά τυποποιημένη εκτίμησή του.

Το οικονομικό αποτύπωμα της κατανάλωσης είναι επομένως σημαντικό, αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά: ο ΕΟΔΥ αναφέρει ότι περίπου το 18% των ετήσιων θανάτων ενηλίκων άνω των 35 ετών αποδίδεται στο κάπνισμα, δηλαδή περισσότερους από 25.000 θανάτους τον χρόνο.

Το πακέτο δεν είναι μόνο «τσιγάρα»: είναι φόροι πάνω σε φόρους

Στην Ελλάδα τα τσιγάρα επιβαρύνονται με δύο βασικά φορολογικά στοιχεία: τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και τον ΦΠΑ.

Ο σημερινός εθνικός ΕΦΚ για τα τσιγάρα αποτελείται από:

  • 82,50 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα ως πάγιο φόρο,
  • 26% επί της λιανικής τιμής ως αναλογικό φόρο,
  • με ελάχιστο συνολικό ΕΦΚ 117,50 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα.

Σε ένα πακέτο των 20 τσιγάρων, ο πάγιος ΕΦΚ αντιστοιχεί σε 1,65 ευρώ.

Πάνω σε αυτό προστίθεται ο αναλογικός ΕΦΚ, ο οποίος αυξάνεται όσο ανεβαίνει η λιανική τιμή.

Και μετά έρχεται ο ΦΠΑ, με τον κανονικό συντελεστή 24%.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;

Ας πάρουμε ως παράδειγμα ένα πακέτο λιανικής τιμής 4,60 ευρώ.

Ο πάγιος ΕΦΚ αντιστοιχεί σε:

1,65 ευρώ

Ο αναλογικός ΕΦΚ, στο 26% της τιμής:

1,196 ευρώ

Ο συνολικός ΕΦΚ φτάνει έτσι περίπου:

2,85 ευρώ

Ο ΦΠΑ που περιλαμβάνεται στην τελική τιμή των 4,60 ευρώ είναι περίπου:

0,89 ευρώ

Άρα, συνολικά οι δύο βασικοί φόροι αντιστοιχούν περίπου σε 3,74 ευρώ, δηλαδή σε περισσότερο από 81% της τελικής τιμής.

Αυτό εξηγεί γιατί στα καπνικά προϊόντα μια μικρή μεταβολή της φορολογίας μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλη επίδραση στην τελική τιμή.

Παράδοξο: η Ελλάδα έχει χαμηλό ΕΦΚ στην Ευρώπη

Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ελληνικής αγοράς.

Παρά το γεγονός ότι πάνω από τα τέσσερα πέμπτα μιας ενδεικτικής λιανικής τιμής μπορεί να αντιστοιχούν σε ΕΦΚ και ΦΠΑ, ο ΕΦΚ ανά πακέτο στην Ελλάδα είναι σχετικά χαμηλός σε ευρωπαϊκή σύγκριση.

Με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επεξεργάστηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το 2025 ο ΕΦΚ για ένα πακέτο 20 τσιγάρων στην Ελλάδα ανερχόταν περίπου στα 2,74 ευρώ.

Στις υψηλότερες θέσεις βρίσκονταν η Ιρλανδία με 10,71 ευρώ, η Γαλλία με 8,09 ευρώ, η Ολλανδία με 7,77 ευρώ, η Φινλανδία με 7,39 ευρώ και το Βέλγιο με 6,74 ευρώ.

Η Ελλάδα βρισκόταν κοντά στο κάτω μέρος της ευρωπαϊκής κατάταξης, πάνω μόνο από την Κροατία, την Κύπρο και τη Βουλγαρία μεταξύ των κρατών που καταγράφονται στη συγκεκριμένη σύγκριση.

Άρα το ελληνικό παράδοξο είναι σαφές:

το τσιγάρο φορολογείται βαριά ως ποσοστό της τελικής τιμής, αλλά ο απόλυτος ΕΦΚ ανά πακέτο παραμένει χαμηλός σε σχέση με πολλές άλλες χώρες της ΕΕ.

Τα καπνικά φέρνουν δισεκατομμύρια στο Δημόσιο

Η φορολογία των καπνικών αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για το ελληνικό Δημόσιο.

Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι μόνο τον Αύγουστο του 2025 τα έσοδα από ΕΦΚ στα προϊόντα καπνού ανήλθαν σε περίπου 233,06 εκατ. ευρώ, έναντι 230,73 εκατ. ευρώ τον Αύγουστο του 2024.

Ο ΕΦΚ στα καπνικά αντιστοιχούσε περίπου στο ένα τρίτο των εσόδων από ΕΦΚ που καταγράφονται στον συγκεκριμένο μήνα.

Σε ετήσια βάση, τα έσοδα από ΕΦΚ καπνού στην Ελλάδα έχουν κινηθεί επί σειρά ετών σε επίπεδα άνω των 2 δισ. ευρώ, γεγονός που εξηγεί γιατί κάθε συζήτηση για μεγάλες αυξήσεις στους συντελεστές έχει και δημοσιονομική διάσταση.

Το κράτος επομένως βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία: ο φόρος πρέπει να είναι αρκετά υψηλός ώστε να λειτουργεί αποτρεπτικά για την κατανάλωση, αλλά η υπερβολική αύξηση δημιουργεί τον κίνδυνο να μετακινηθεί μέρος της ζήτησης προς το λαθρεμπόριο.

Και κάπου εδώ μπαίνει το λαθρεμπόριο

Όσο μεγαλώνει η διαφορά ανάμεσα στην τιμή ενός νόμιμου προϊόντος και στο κόστος του παράνομου, τόσο μεγαλώνει το οικονομικό κίνητρο για παράνομη διακίνηση.

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό.

Τον Μάρτιο του 2025, σε μεγάλη υπόθεση που ανακοίνωσε το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, οι Αρχές ανακοίνωσαν τη σύλληψη 47 μελών εγκληματικής οργάνωσης και την ταυτοποίηση ακόμη 107 ατόμων.

Κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων 28,254 εκατ. τσιγάρα και 25,32 τόνοι καπνού, ενώ οι διαφυγόντες φόροι υπολογίστηκαν σε περίπου 9,74 εκατ. ευρώ, από τα οποία 7,47 εκατ. ευρώ αφορούσαν ΕΦΚ και 2,27 εκατ. ευρώ ΦΠΑ.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η OLAF ανακοίνωσε ότι το 2025 συνέβαλε στην κατάσχεση περισσότερων από 427 εκατ. παράνομων τσιγάρων παγκοσμίως, εκ των οποίων 219 εκατ. στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Οι επιχειρήσεις αυτές, σύμφωνα με την υπηρεσία, απέτρεψαν απώλειες άνω των 178 εκατ. ευρώ για τους ευρωπαϊκούς και εθνικούς προϋπολογισμούς.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς πόσο θα αυξηθεί ο φόρος. Είναι και πόσο φόρο τελικά εισπράττει το κράτος.

Η αγορά αλλάζει: από το τσιγάρο στα θερμαινόμενα

Η μεγάλη αλλαγή των τελευταίων ετών δεν είναι μόνο φορολογική. Είναι και καταναλωτική.

Τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού έχουν αποκτήσει σημαντική θέση στην ελληνική αγορά.

Ο ΕΟΔΥ σημειώνει ότι κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 η Αθήνα κατέγραψε τη μεγαλύτερη διείσδυση θερμαινόμενων προϊόντων μεταξύ ευρωπαϊκών πρωτευουσών, ενώ η τιμή ενός πακέτου συμβατικών τσιγάρων παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη την περίοδο 2018-2024 παρά τις πληθωριστικές πιέσεις.

Παράλληλα, στοιχεία της Euromonitor για το 2025 δείχνουν ισχυρή ανάπτυξη της κατηγορίας των μη καύσιμων προϊόντων καπνού, των ηλεκτρονικών τσιγάρων και των θερμαινόμενων προϊόντων στην Ελλάδα.

Η αλλαγή αυτή δημιουργεί και ένα νέο φορολογικό ερώτημα:

Αν ο καταναλωτής μετακινείται από το συμβατικό τσιγάρο σε διαφορετικό προϊόν, πρέπει και η φορολογία να ακολουθήσει την αλλαγή;

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι «ναι».

Η Ελλάδα έχει ήδη φόρο και στα νέα προϊόντα

Η ελληνική νομοθεσία δεν αφήνει πλέον εντελώς εκτός φορολογίας τα νέα προϊόντα νικοτίνης.

Στα υγρά αναπλήρωσης ηλεκτρονικών τσιγάρων επιβάλλεται φόρος κατανάλωσης 0,10 ευρώ ανά ml.

Στα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού ο ΕΦΚ στο μείγμα καπνού ανέρχεται σε 156,70 ευρώ ανά κιλό, ενώ για τα σακουλάκια νικοτίνης ο συντελεστής ανέρχεται σε 50 ευρώ ανά κιλό.

Παράλληλα, ο ΕΟΔΥ καταγράφει ότι το 4% των ενηλίκων χρησιμοποιεί αποκλειστικά θερμαινόμενα προϊόντα και το 3% αποκλειστικά ηλεκτρονικά τσιγάρα, ενώ σημαντικό ποσοστό κάνει συνδυαστική χρήση.

Η φορολογική εξίσωση λοιπόν γίνεται όλο και πιο σύνθετη.

Οι Βρυξέλλες θέλουν να αλλάξουν ολόκληρο το σύστημα

Η μεγάλη ευρωπαϊκή εξέλιξη είναι η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αναθεώρηση της οδηγίας φορολόγησης των προϊόντων καπνού.

Η πρόταση παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2025 και προβλέπει μεταξύ άλλων υψηλότερους ελάχιστους συντελεστές, επέκταση της φορολογίας σε νέα προϊόντα και αυστηρότερο έλεγχο της αγοράς πρώτης ύλης.

Για τα τσιγάρα, η αρχική πρόταση της Επιτροπής προβλέπει ελάχιστο συνολικό ΕΦΚ 215 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα, έναντι του σημερινού ευρωπαϊκού ελάχιστου των 90 ευρώ, καθώς και ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση ως ποσοστό της σταθμισμένης μέσης λιανικής τιμής.

Για την Ελλάδα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή ο σημερινός εθνικός πάγιος ΕΦΚ είναι 82,50 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα και ο συνολικός ΕΦΚ έχει ελάχιστο όριο 117,50 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα.

Όμως: τα 215 ευρώ δεν είναι σήμερα νόμος

Εδώ χρειάζεται προσοχή.

Η πρόταση της Κομισιόν δεν έχει γίνει ακόμη ευρωπαϊκό δίκαιο.

Στις 17 Ιουνίου 2026 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε την πρόταση της Επιτροπής με 439 ψήφους κατά, 181 υπέρ και 38 αποχές. Η διαδικασία, ωστόσο, παραμένει ανοικτή, καθώς πρόκειται για ειδική νομοθετική διαδικασία και η τελική απόφαση ανήκει στο Συμβούλιο.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών συνεχίζονται στο Συμβούλιο.

Επομένως, τα ποσά των 215 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα και οι αντίστοιχες προβολές για σημαντική αύξηση της τιμής ενός πακέτου πρέπει σήμερα να παρουσιάζονται ως σενάριο που προκύπτει από την πρόταση της Κομισιόν και όχι ως βέβαιη μελλοντική τιμή.

Πόσο θα μπορούσε να κοστίσει η αλλαγή;

Εδώ βρίσκεται το σημείο που αφορά άμεσα την τσέπη.

Αν ο ευρωπαϊκός συντελεστής αυξηθεί σημαντικά, δεν αυξάνεται μόνο ο ΕΦΚ. Επειδή ο ΕΦΚ αποτελεί μέρος της φορολογητέας βάσης, η τελική τιμή επηρεάζεται και από τον ΦΠΑ.

Γι’ αυτό οι εκτιμήσεις που έχουν παρουσιαστεί στην ελληνική αγορά μιλούν για πιθανή μετάβαση ενός πακέτου από τα σημερινά επίπεδα των περίπου 4,60-5 ευρώ προς επίπεδα άνω των 6 ή ακόμη και κοντά στα 7 ευρώ, ανάλογα με το τελικό ευρωπαϊκό μοντέλο και την τιμολογιακή πολιτική των εταιρειών.

Αυτό όμως δεν αποτελεί σημερινή τιμή ούτε βέβαιη μελλοντική τιμή. Είναι αποτέλεσμα σεναρίων πάνω στην αρχική πρόταση της Επιτροπής.

Το πραγματικό δίλημμα: φόρος ή λαθρεμπόριο;

Η συζήτηση για τα καπνικά δεν μπορεί να περιοριστεί στο «αν πρέπει να ακριβύνουν».

Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις παράγοντες που πρέπει να συνυπολογιστούν:

Πρώτον, η δημόσια υγεία.
Η αύξηση των τιμών αποτελεί διεθνώς εργαλείο περιορισμού της κατανάλωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει τη μεταρρύθμιση με τον στόχο της «Ευρώπης χωρίς καπνό» έως το 2040.

Δεύτερον, τα δημόσια έσοδα.
Οι φόροι στα καπνικά αποδίδουν δισεκατομμύρια στο ελληνικό Δημόσιο και επομένως οποιαδήποτε αλλαγή πρέπει να εξετάζεται και από δημοσιονομική σκοπιά.

Τρίτον, η αγοραστική δύναμη.
Ένα πακέτο τσιγάρων είναι καθημερινή δαπάνη για τον καπνιστή. Η συνεχής αύξηση της τιμής δεν έχει την ίδια επίπτωση σε όλα τα εισοδήματα.

Τέταρτον, το λαθρεμπόριο.
Η μεγάλη φορολογική απόσταση μεταξύ νόμιμου και παράνομου προϊόντος δημιουργεί κίνητρο για παράνομη αγορά και ταυτόχρονα αφαιρεί φορολογικά έσοδα από το κράτος.