Ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις προκαλεί η μαζική αποχώρηση 150 στελεχών από τη Νέα Αριστερά, μεταξύ των οποίων επτά βουλευτές καθώς και ο πρώην πρόεδρος του κόμματος. Με κοινή επιστολή περίπου 500 λέξεων, τα στελέχη που αποχωρούν εκφράζουν τη βαθιά διαφωνία τους με τη στρατηγική που ακολουθεί η σημερινή ηγετική πλειοψηφία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις συνεργασίες και τις πολιτικές συμμαχίες με άλλες προοδευτικές δυνάμεις.
Ανάμεσα στους υπογράφοντες βρίσκονται ο πρώην πρόεδρος και βουλευτής Αλέξης Χαρίτσης, η Έφη Αχτσιόγλου, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, ο Νάσος Ηλιόπουλος, η Θεανώ Φωτίου, η Μερόπη Τζούφη και ο Χουσεΐν Ζεϊμπέκ.
Η αποχώρηση των επτά βουλευτών οδηγεί αυτομάτως στην ανεξαρτητοποίησή τους, καθώς έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθενται να παραδώσουν τις κοινοβουλευτικές τους έδρες. Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσες συνέπειες και για την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Αριστεράς, η οποία πλέον δεν διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών που προβλέπει ο Κανονισμός της Βουλής για τη διατήρησή της. Ως αποτέλεσμα, η Κοινοβουλευτική Ομάδα παύει να υφίσταται και οι εναπομείναντες βουλευτές της θα καταγραφούν επίσης ως ανεξάρτητοι.
Μετά τις τελευταίες αυτές ανακατατάξεις, ο συνολικός αριθμός των ανεξάρτητων βουλευτών στο ελληνικό Κοινοβούλιο ανέρχεται πλέον στους σαράντα, μεταβάλλοντας αισθητά τον κοινοβουλευτικό χάρτη.
Στο κείμενο της αποχώρησής τους, τα στελέχη επισημαίνουν ότι η πολιτική διαδρομή που ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια έχει πλέον εξαντλήσει τα περιθώριά της. Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά, η επιλογή της αποχώρησης αποτελεί μια δύσκολη, αλλά αναγκαία πολιτική απόφαση.
Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι η σημερινή κυβερνητική κατάσταση δεν θα πρέπει να συνεχιστεί για τρίτη θητεία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που θα βρίσκεται στην ηγεσία της. Τονίζουν ακόμη πως η δημιουργία μιας ευρείας προοδευτικής συσπείρωσης δεν προϋποθέτει απόλυτη πολιτική και ιδεολογική ταύτιση των δυνάμεων που θα συμμετάσχουν σε αυτήν. Κατά την άποψή τους, προτεραιότητα πρέπει να είναι η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για μια μεγάλη κοινωνική και πολιτική συμπόρευση, η οποία θα μπορέσει να μετατρέψει τις ιδέες της Αριστεράς σε συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες ριζοσπαστικές πολιτικές.
