Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «ΚΟΝΤΡΑ» και στη δημοσιογράφο Άννα Στεργίου, ο βουλευτής Β2΄ Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, αναλύει τις σοβαρές ενστάσεις που προκαλεί το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Ανδρέας Βορύλλας επισημαίνει ότι η ίδρυση της εταιρείας Hellenic Heritage μεταβάλλει συνολικά τη φιλοσοφία της πολιτιστικής πολιτικής, καθώς κρίσιμες αρμοδιότητες περνούν σε έναν νέο διοικητικό μηχανισμό, με εμπορικά και επιχειρησιακά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, θέτει ζητήματα επιστημονικής εγκυρότητας, δημόσιας χρηματοδότησης, προστασίας της ιστορικής αλήθειας και διαφύλαξης της πολιτιστικής ταυτότητας της χώρας.
Ολόκληρη η συνέντευξη:
Κύριε Βορύλλα, μελετώντας το νομοσχέδιο διαπιστώνει κανείς ότι η ουσία του δεν εξαντλείται στη σύσταση μιας νέας Ανώνυμης Εταιρείας. Εκφράζει μια συνολικότερη αντίληψη για τον ίδιο τον πολιτισμό και για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επιλέγει να τον διαχειριστεί. Γι’ αυτό και η ΝΙΚΗ αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο νομοσχέδιο ως μια επιλογή με βαθύ πολιτικό και αξιακό περιεχόμενο. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η ουσιαστική τομή που επιχειρείται και γιατί θεωρείτε ότι αυτή η αλλαγή αφορά συνολικά τη φυσιογνωμία της πολιτιστικής πολιτικής της χώρας;
Το νομοσχέδιο αλλάζει τον ίδιο τον ορισμό της πολιτιστικής πολιτικής.
Μέχρι σήμερα η Πολιτεία είχε μία σαφή αποστολή: να προστατεύει, να ερευνά και να αναδεικνύει την πολιτιστική κληρονομιά μέσα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, τους αρχαιολόγους, τους ιστορικούς και τους συντηρητές. Σήμερα ιδρύεται μια Ανώνυμη Εταιρεία που αναλαμβάνει να σχεδιάζει την πολιτιστική εμπειρία, να οργανώνει εκθέσεις, να παράγει ψηφιακό περιεχόμενο, να διαχειρίζεται χορηγίες, να αναπτύσσει εμπορικά προϊόντα, να οργανώνει εκδηλώσεις και ουσιαστικά να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται ο ελληνικός πολιτισμός.
Αυτή αποτελεί αλλαγή φιλοσοφίας. Απομακρυνόμαστε πια εντελώς από την ιδεολογία που αντιμετωπίζει τον πολιτισμό αποκλειστικά ως δημόσιο αγαθό και δυστυχώς η κυβέρνηση τον μετατρέπει σε προϊόν προς διαχείριση με στόχο τις οικονομικές απολαβές.
Σε δημόσια παρέμβασή σας έχετε σταθεί ιδιαίτερα στη λέξη «αφήγηση», με την οποία συμφωνώ απόλυτα, και εκεί εντοπίζω και τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Θέλετε να εξηγήσετε περαιτέρω γιατί είναι τόσο σημαντικό ποιος διαμορφώνει την αφήγηση ενός μνημείου;
Γιατί η αφήγηση είναι η ίδια η ιστορία. Αφήγηση σημαίνει ποια γεγονότα παρουσιάζονται, ποια πρόσωπα αναδεικνύονται, ποιες ερμηνείες προβάλλονται, ποια σύμβολα αποκτούν έμφαση και ποια αποσιωπώνται.
Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Αύριο ένας ξένος φορέας, για παράδειγμα ένας πλούσιος Σκοπιανός, ζητά να διοργανώσει εκδήλωση στην Πέλλα και προτείνει ένα περιεχόμενο που παρουσιάζει τον αρχαίο μακεδονικό πολιτισμό ως στοιχείο της δικής του εθνικής ιστορίας, αντί της ελληνικής ιστορικής συνέχειας.
Ποιος θα αξιολογήσει το επιστημονικό περιεχόμενο; Ποιο όργανο της νέας εταιρείας διαθέτει ιστορικούς, αρχαιολόγους και ειδικούς της μακεδονικής ιστορίας ώστε να απορρίψει μια τέτοια πρόταση; Η πολιτιστική διαχείριση πρωτίστως αφορά το ποιος εγγυάται την ιστορική αλήθεια. Και δεν είδα καμία τέτοια πρόβλεψη στην εταιρεία.
Δηλαδή δημιουργείται κενό επιστημονικού ελέγχου;
Αυτό ακριβώς. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας συγκροτείται με διοικητικά και επιχειρησιακά κριτήρια. Το νομοσχέδιο δεν προβλέπει ότι τα μέλη του θα είναι αρχαιολόγοι, ιστορικοί, βυζαντινολόγοι ή ειδικοί στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Κι όμως, η ίδια αυτή εταιρεία αποκτά αποφασιστικό ρόλο στις εκδηλώσεις, στις συνεργασίες, στις ψηφιακές εφαρμογές, στις εκθέσεις και συνολικά στην εικόνα που εκπέμπει η Ελλάδα για τον πολιτισμό της. Η εύλογη απορία είναι μία. Ποιος εγγυάται την επιστημονική εγκυρότητα των επιλογών;
Από την άλλη, ακούμε έναν ανίσχυρο αντίλογο από την κυβέρνηση, η οποία υποστηρίζει ότι όλα αυτά γίνονται για την καλύτερη αξιοποίηση των μνημείων και την αύξηση των εσόδων.
Τα έσοδα είναι χρήσιμο εργαλείο για τη συντήρηση των μνημείων. Η πολιτιστική πολιτική, όμως, υπηρετεί πρώτα την ιστορία και την επιστήμη. Όταν ο ίδιος φορέας αποκτά ως βασική αποστολή την ανάπτυξη, τις χορηγίες, τις εμπορικές συνεργασίες και την παραγωγή πολιτιστικών προϊόντων, το οικονομικό κριτήριο γίνεται η βασική επιρροή στις επιλογές.
Και τότε η δημόσια συζήτηση μετακινείται από το ερώτημα «τι είναι ιστορικά αληθές και επιστημονικά τεκμηριωμένο» στο ερώτημα «τι προσελκύει περισσότερο κοινό και περισσότερα έσοδα».
Κύριε Βορύλλα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η νέα εταιρεία θα αυξήσει τα έσοδα του πολιτισμού. Ωστόσο, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι θα χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, από τον ΟΔΑΠ, από ευρωπαϊκά προγράμματα, αλλά και από τα ίδια τα έσοδα των μνημείων. Τελικά ποιος χρηματοδοτεί ποιον;
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις του νομοσχεδίου. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την Hellenic Heritage ως ένα σύγχρονο εργαλείο ανάπτυξης. Η εταιρεία, όμως, ξεκινά τη λειτουργία της με δημόσιο χρήμα και με πόρους που ήδη παράγουν τα ελληνικά μνημεία.
Άρα δημιουργείται ένας νέος διοικητικός μηχανισμός που θα συντηρείται από το κράτος και από τον πολιτισμό, πριν ακόμη μας δώσει οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Και ρωτάω λοιπόν. Γιατί αυτά τα χρήματα να κατευθυνθούν σε μια νέα Ανώνυμη Εταιρεία και όχι στην ίδια την Αρχαιολογική Υπηρεσία, στον ΟΔΑΠ, στις Εφορείες Αρχαιοτήτων, στους αρχαιολόγους, στους συντηρητές και στη φύλαξη των μνημείων;
Αν ο στόχος είναι η καλύτερη λειτουργία του πολιτισμού, η ενίσχυση των υφιστάμενων δημόσιων υπηρεσιών αποτελεί την πιο άμεση και διαφανή επιλογή. Αντί γι’ αυτό, το νομοσχέδιο ιδρύει έναν ακόμη φορέα, με δικό του Διοικητικό Συμβούλιο, δική του διοικητική δομή, δικά του λειτουργικά έξοδα και δικό του μηχανισμό διαχείρισης. Τελικά, οι πολίτες χρηματοδοτούν δύο παράλληλους μηχανισμούς για το ίδιο αντικείμενο.
Κύριε Βορύλλα, η Ελλάδα εδώ και δεκαετίες ζητά την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, προβάλλοντας ένα ισχυρό ηθικό επιχείρημα: ότι τα μνημεία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας ενός λαού και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως εμπορεύσιμα αγαθά. Το νέο νομοσχέδιο υπηρετεί αυτή τη λογική;
Η Ελλάδα έχει πείσει τη διεθνή κοινότητα ακριβώς επειδή στηρίζει το αίτημά της σε μια ηθική αρχή. Λέμε ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος ενός μνημείου παγκόσμιας σημασίας. Λέμε ότι ο πολιτισμός έχει αξία που υπερβαίνει την οικονομία. Λέμε ότι η πολιτιστική κληρονομιά υπηρετεί την ιστορική μνήμη, την ταυτότητα και την ανθρωπότητα.
Αυτό το επιχείρημα αποκτά δύναμη όταν εφαρμόζεται με συνέπεια και στο εσωτερικό της χώρας. Όταν, όμως, η ίδια η Πολιτεία οργανώνει τη διαχείριση των μνημείων με όρους εμπορικής ανάπτυξης, branding, πολιτιστικών προϊόντων και οικονομικής απόδοσης, το ηθικό μας επιχείρημα αποδυναμώνεται.
Η διεθνής κοινότητα εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί: «Εφόσον αντιμετωπίζετε και εσείς τα μνημεία ως εργαλείο οικονομικής αξιοποίησης, ποια είναι η διαφορά της δικής σας προσέγγισης από εκείνη που καταγγέλλετε;»
Η Ελλάδα οφείλει να εκπέμπει ένα ενιαίο μήνυμα. Το μήνυμα αυτό είναι ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί πρωτίστως φορέα ιστορίας, μνήμης και ταυτότητας. Η οικονομική αξιοποίηση ακολουθεί αυτή την αρχή και δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να την καθορίζει.
Κύριε Βορύλλα, ως Θεματική Ομάδα Πολιτισμού έχουμε υποστηρίξει ότι η πολιτιστική πολιτική εκφράζει πάντοτε μια συγκεκριμένη αντίληψη για το ποιοι είμαστε ως έθνος και ποια σχέση επιθυμούμε να έχουμε με την ιστορία μας. Με αυτή την αφετηρία, θα ήθελα να εξηγήσετε γιατί η ΝΙΚΗ θεωρεί ότι ο πολιτισμός αποτελεί στρατηγικό πυλώνα της εθνικής ζωής και όχι απλώς έναν ακόμη τομέα δημόσιας διοίκησης.
Ο πολιτισμός αποτελεί τη βαθύτερη έκφραση της ύπαρξης ενός έθνους. Μέσα από αυτόν, μια κοινωνία οργανώνει τη συλλογική της μνήμη, ερμηνεύει την ιστορική της εμπειρία και διαμορφώνει την αυτοσυνειδησία της.
Η γλώσσα, τα μνημεία, η λογοτεχνία, οι τέχνες, η φιλοσοφία, η ορθόδοξη πνευματική παράδοση και κάθε μορφή δημιουργίας συνθέτουν ένα ενιαίο πολιτισμικό οικοσύστημα, στο οποίο κάθε γενιά συναντά την προηγούμενη και προετοιμάζει την επόμενη.
Έτσι, ο πολιτισμός μετατρέπεται σε δημιουργική δύναμη που καλλιεργεί την παιδεία, ενισχύει την κοινωνική συνοχή και προσδίδει στην Ελλάδα διαχρονική παρουσία στον παγκόσμιο πολιτισμό. Για τη ΝΙΚΗ, η πολιτιστική πολιτική αποτελεί στρατηγική επένδυση στον άνθρωπο, στην ιστορική συνείδηση και στη δημιουργική προοπτική του Ελληνισμού.
Από αυτή τη θεώρηση απορρέει και η ευθύνη της Πολιτείας. Η Πολιτεία καλείται να προστατεύει την αυθεντικότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς, να ενισχύει την επιστημονική έρευνα, να καλλιεργεί την αισθητική παιδεία και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε ο ελληνικός πολιτισμός να παραμένει ζωντανός, δημιουργικός και εξωστρεφής.
Η πολιτιστική διπλωματία, η διεθνής ακτινοβολία της χώρας, η ανάπτυξη της δημιουργικής οικονομίας και η τουριστική δυναμική αποτελούν φυσική προέκταση αυτής της αποστολής.
Όταν η πολιτιστική πολιτική θεμελιώνεται στη γνώση, στη συνέχεια και στη δημιουργία, ο πολιτισμός λειτουργεί ως δύναμη εθνικής αυτοπεποίθησης και οικουμενικής προσφοράς. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση της ΝΙΚΗΣ: μια πολιτική που συνδέει την ιστορική συνέχεια με τη σύγχρονη δημιουργία και μετατρέπει τον ελληνικό πολιτισμό σε σταθερό πυλώνα παιδείας, κοινωνικής συνοχής και διεθνούς παρουσίας.
