Σάββατο, 22 Αυγούστου 2026

Η Ελλάδα βρίσκεται σε αυξημένη επιτήρηση λόγω της φετινής έξαρσης του ιού του Δυτικού Νείλου, με 13 θανάτους και πάνω από 150 καταγεγραμμένα κρούσματα.

Ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ, Θεόδωρος Βασιλακόπουλος επισημαίνει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος αφορά κυρίως τους ηλικιωμένους και όσους αντιμετωπίζουν υποκείμενα νοσήματα.

Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, ο κ. Βασιλακόπουλος αναφέρθηκε τόσο στην αύξηση των περιστατικών όσο και στις συνθήκες που φαίνεται να ευνόησαν την ανάπτυξη των κουνουπιών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, 13 άνθρωποι έχουν χάσει μέχρι στιγμής τη ζωή τους, ενώ 23 ασθενείς νοσηλεύονται σε ΜΕΘ και τα καταγεγραμμένα κρούσματα έχουν ξεπεράσει τα 150. Τέσσερις από τους θανάτους σημειώθηκαν μέσα σε διάστημα μίας εβδομάδας.

Ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ συνέδεσε τη φετινή εικόνα με τις ασυνήθιστες καιρικές συνθήκες που επικράτησαν στην Αττική και ιδιαίτερα με τον συνδυασμό υψηλών θερμοκρασιών και υγρασίας. Όπως εξήγησε, παρά το οργανωμένο πρόγραμμα καταπολέμησης των κουνουπιών, οι περιβαλλοντικές συνθήκες μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά την εικόνα από χρονιά σε χρονιά.

Στην Αττική, μάλιστα, πραγματοποιήθηκαν 30% περισσότεροι ψεκασμοί από όσους είχαν αρχικά προβλεφθεί, χωρίς όμως αυτό να αποτρέψει την αύξηση των κρουσμάτων.

Στο ζήτημα της καταπολέμησης των κουνουπιών αναφέρθηκε εκτενώς ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ, εξηγώντας ότι η αύξηση των ψεκασμών έχει συγκεκριμένα όρια λόγω της τοξικότητας των εντομοκτόνων.

«Την άνοιξη έγιναν οι ψεκασμοί που προβλέπονταν όμως θα πρέπει να καταλάβουμε ότι ακόμα και αν έχουμε μεγαλύτερους πληθυσμούς εντόμων, τα εντομοκτόνα που χρησιμοποιούμε είναι τοξικά, οπότε δεν μπορούμε να πενταπλασιάσουμε τη δόση για να λύσουμε το πρόβλημα, γιατί εκτός από τα κουνούπια θα βλάψουμε πάρα πολλά άλλα κομμάτια της χλωρίδας και της πανίδας και ταυτόχρονα θα υπάρξει και τοξική δράση για τον άνθρωπο και τα ζώα, άρα υπάρχει ισορροπία στο τι μπορούμε να κάνουμε.

Η Αττική φέτος είχε τον δεύτερο θερμότερο χειμώνα των τελευταίων 150 ετών και ταυτόχρονα πολλές βροχές και υγρασία, που οδηγεί σε υπερανάπτυξη πληθυσμών κουνουπιών»

Η φετινή Αττική βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν ιδιαίτερα θερμό χειμώνα και παράλληλα με αυξημένες βροχοπτώσεις και υγρασία. Ο συνδυασμός αυτός δημιούργησε ευνοϊκό περιβάλλον για την αναπαραγωγή των κουνουπιών.

Παράλληλα, η χρήση μεγαλύτερων ποσοτήτων εντομοκτόνων δεν αποτελεί απεριόριστη επιλογή, καθώς θα μπορούσε να επηρεάσει άλλους οργανισμούς και το περιβάλλον, αλλά και να δημιουργήσει κινδύνους για ανθρώπους και ζώα.

Ποιοι πρέπει να προστατεύονται περισσότερο

Στο επίκεντρο των συστάσεων βρίσκονται οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι που έχουν παράλληλα υποκείμενα νοσήματα.

«Επειδή αυτοί που πραγματικά κινδυνεύουν είναι οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι με υποκείμενα νοσήματα, αυτοί είναι που πρέπει να είναι διπλά και τριπλά προσεκτικοί. Πρέπει να φορούν μακρυμάνικα ρούχα, να χρησιμοποιούν έντονα εντομοαπωθητικά, λοσιόν ή σπρέι και εντομοαπωθητικά χώρου και μια απλή λύση είναι ένας ανεμιστήρας που χτυπάει στα πόδια, καθώς και να στεγνώνουν τα στάσιμα νερά.

Στα βασικά μέτρα προστασίας περιλαμβάνονται τα μακριά ρούχα, η χρήση εντομοαπωθητικών και η προστασία των εσωτερικών χώρων. Παράλληλα, η απομάκρυνση των στάσιμων νερών από αυλές, μπαλκόνια και άλλους χώρους μπορεί να περιορίσει τις εστίες αναπαραγωγής των κουνουπιών».

Ο ιός δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο

Τέλος, ο κ. Βασιλακόπουλος θέλησε να αποσαφηνίσει ένα βασικό στοιχείο σχετικά με τη μετάδοση της νόσου, υπογραμμίζοντας ότι ένας άνθρωπος που έχει μολυνθεί δεν αποτελεί πηγή μετάδοσης για άλλους ανθρώπους.

«Αυτό που θέλω να καθησυχάσω τους συμπολίτες μας είναι να τονίσω πως εάν εγώ κολλήσω και είμαι ασυμπτωματικός δεν μπορώ να μεταδώσω τη νόσο ούτε σε άλλο συνανθρώπό μου, αφού δεν κολλάει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ούτε καν αν με τσιμπήσει άλλο κουνούπι θα πάρει τον ιό του Δυτικού Νείλου από εμένα που είμαι άνθρωπος. Το κουνούπι παίρνει τον ιό του Δυτικού Νείλου μόνο από τα άγρια πουλιά, κατέληξε.

Ο κύκλος μετάδοσης, επομένως, δεν περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Τα κουνούπια αποκτούν τον ιό από μολυσμένα άγρια πτηνά και στη συνέχεια μπορούν να τον μεταδώσουν μέσω τσιμπήματος».