Η είσοδος του Αντώνη Σαμαρά στην εκλογική εξίσωση δεν δημιουργεί απλώς έναν ακόμη κομματικό σχηματισμό στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Δημιουργεί ένα νέο πρόβλημα πολιτικής αριθμητικής, το οποίο θα γίνει ορατό κυρίως την επομένη των εκλογών.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν θα είναι μόνο το ποσοστό που θα καταγράψει το νέο κόμμα, αλλά από πού θα προέλθουν αυτές οι ψήφοι και τι θα προκαλέσουν στα ποσοστά της ΝΔ. Αν ένα σημαντικό τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς βάσης μετακινηθεί προς τον πρώην πρωθυπουργό, τότε η επίδοση της ΝΔ μπορεί να βρεθεί πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα που απαιτούνται για να διεκδικήσει με άνεση την επόμενη ημέρα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδιαιτερότητα του εγχειρήματος: ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να γίνει πρώτο κόμμα για να αποκτήσει καθοριστική πολιτική επιρροή. Αρκεί να καταγράψει ένα αποτέλεσμα αρκετά ισχυρό ώστε να στερήσει από τη ΝΔ κρίσιμο εκλογικό χώρο και, κυρίως, να μετατρέψει την επόμενη μέρα σε πεδίο διαπραγμάτευσης.
Η κρίσιμη περιοχή του 10%
Ένα αποτέλεσμα γύρω στο 10% ή υψηλότερα θα αποτελούσε πολιτικό σεισμό για τη δεξιά παράταξη, ανεξάρτητα από το αν θα μπορούσε από μόνο του να μεταφραστεί σε κυβερνητική συμμετοχή.
Η σημασία του ποσοστού θα βρισκόταν αλλού: θα αποδείκνυε ότι υπάρχει ένας υπολογίσιμος εκλογικός χώρος στα δεξιά της ΝΔ που δεν αισθάνεται πλέον υποχρεωμένος να παραμείνει στο κυβερνητικό κόμμα.
Αυτό θα έβαζε τη ΝΔ μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία, θα είχε απέναντί της ένα νέο κόμμα με ισχυρή κοινοβουλευτική παρουσία. Από την άλλη, θα έπρεπε να αποφασίσει αν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα ξανά στις κάλπες χωρίς να ρισκάρει περαιτέρω απώλειες.
Και τότε το αποτέλεσμα της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης θα αποκτούσε πολύ μεγαλύτερη σημασία από αυτήν ενός απλού εκλογικού συσχετισμού.
Το πραγματικό πρόβλημα για τη ΝΔ
Το πιο δύσκολο σενάριο για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι απαραίτητα να βρεθεί δεύτερη. Είναι να παραμείνει πρώτη, αλλά να βρεθεί σε ένα ποσοστό που δεν της επιτρέπει να ελέγξει τις μετεκλογικές εξελίξεις.
Εάν, για παράδειγμα, η ΝΔ κινηθεί στην περιοχή του 25%-26%, ενώ ταυτόχρονα το κόμμα Σαμαρά καταγράψει διψήφια επίδοση, τότε η εικόνα της επόμενης ημέρας θα είναι εντελώς διαφορετική.
Η επιλογή των δεύτερων εκλογών δεν θα αποτελεί πλέον μια αυτονόητη λύση. Θα υπάρχει στον ορίζοντα το ενδεχόμενο πολιτικής συμφωνίας μεταξύ δυνάμεων που προέρχονται από τον ίδιο ευρύτερο χώρο, με το ζήτημα της πρωθυπουργίας να βρίσκεται αναπόφευκτα στο επίκεντρο.
Με άλλα λόγια, η πρώτη κάλπη μπορεί να μην αναδείξει κυβέρνηση, αλλά να αναδείξει τον άνθρωπο ή το κόμμα που θα έχει τη μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη για τον σχηματισμό της.
Το πρόσωπο του πρωθυπουργού γίνεται το κλειδί
Σε ένα τέτοιο σενάριο, το ερώτημα δεν θα είναι μόνο αν ΝΔ και Σαμαράς μπορούν αριθμητικά να συνεργαστούν. Το δυσκολότερο ερώτημα θα είναι ποιος θα μπορούσε να ηγηθεί μιας τέτοιας κυβέρνησης.
Μια συνεργασία με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία θα αντιμετώπιζε προφανώς πολύ μεγαλύτερες πολιτικές δυσκολίες. Αντίθετα, η ανάγκη εξεύρεσης ενός διαφορετικού προσώπου θα μπορούσε να εμφανιστεί ως λύση συμβιβασμού, εφόσον οι αριθμοί της πρώτης κάλπης δεν άφηναν περιθώρια για αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Αυτό σημαίνει ότι ένα ισχυρό αποτέλεσμα του Σαμαρά θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο το μέγεθος της επόμενης κυβέρνησης, αλλά ακόμη και το πρόσωπο που θα βρίσκεται στην κορυφή της.
Και τότε εμφανίζεται η δεύτερη κάλπη
Υπάρχει όμως και η αντίστροφη διαδρομή.
Εάν η ΝΔ καταφέρει να διατηρήσει ένα ποσοστό κοντά στο 30%-31%, τότε η πολιτική εικόνα αλλάζει. Η θέση της ως πρώτου κόμματος γίνεται ισχυρότερη και η προοπτική μιας δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης αποκτά μεγαλύτερη λογική.
Σε αυτή την περίπτωση, το νέο κόμμα του Σαμαρά θα βρεθεί μπροστά σε μια διαφορετική δοκιμασία: να αποδείξει ότι η πρώτη εκλογική του επίδοση έχει διάρκεια.
Η πρώτη κάλπη μπορεί να συγκεντρώσει ψήφο διαμαρτυρίας, ψήφο αποδοκιμασίας ή ψήφο πολιτικής προειδοποίησης. Η δεύτερη, όμως, έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Όσο πλησιάζει η ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης, ένα μέρος των ψηφοφόρων μπορεί να κινηθεί διαφορετικά.
Άρα, το υψηλό ποσοστό της πρώτης Κυριακής δεν αποτελεί εγγύηση για τη δεύτερη.
Η παγίδα που μπορεί να κρύβει μια μεγάλη πρώτη επίδοση
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της νέας εκλογικής εξίσωσης.
Ο Σαμαράς μπορεί να έχει κάθε λόγο να επιδιώξει ένα όσο το δυνατόν υψηλότερο ποσοστό στην πρώτη αναμέτρηση, όμως όσο ισχυρότερο είναι το αποτέλεσμα της ΝΔ, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να οδηγηθεί η χώρα σε δεύτερη κάλπη.
Και σε μια δεύτερη κάλπη, οι συνθήκες δεν θα είναι ίδιες.
Οι ψηφοφόροι θα γνωρίζουν πλέον ποιοι είναι οι πραγματικοί συσχετισμοί, ποια κόμματα μπορούν να διεκδικήσουν την εξουσία και ποιο είναι το κόστος μιας παρατεταμένης εκλογικής περιόδου. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει πιέσεις για συγκέντρωση ψήφων προς τα μεγαλύτερα κόμματα.
Επομένως, το ίδιο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προς τη ΝΔ στην πρώτη κάλπη, μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα για τον ίδιο τον Σαμαρά στη δεύτερη.
Το νέο κόμμα ως ρυθμιστής
Αυτός είναι και ο λόγος που η εκλογική παρουσία του Σαμαρά αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον πριν ακόμη φανεί το πραγματικό της μέγεθος.
Αν κινηθεί χαμηλά, η ΝΔ μπορεί να απορροφήσει ευκολότερα τις απώλειες και να επιχειρήσει να επαναφέρει τον παραδοσιακό δεξιό ψηφοφόρο στη δεύτερη κάλπη.
Αν όμως καταγράψει ισχυρή διψήφια επίδοση, τότε το πολιτικό τοπίο αλλάζει. Η ΝΔ μπορεί να παραμείνει πρώτο κόμμα, αλλά να μην είναι πλέον ο μοναδικός πόλος που καθορίζει τις εξελίξεις στον χώρο της δεξιάς.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η ουσία: η πρώτη κάλπη δεν θα κρίνει μόνο ποιος κερδίζει. Θα δείξει ποιος μπορεί να επιβάλει τους όρους της επόμενης ημέρας.
Για τον Σαμαρά, επομένως, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι απλώς να μετρήσει τις ψήφους του. Είναι να μετατρέψει την εκλογική του δύναμη σε πολιτική επιρροή.
